ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ

ΘΕΛΩ ΝΑ ΘΥΜΗΘΩ ΠΩΣ ΗΜΟΥΝΑ, ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΗΜΟΥΝΑ (δεν ήξερα πως δεν ξέρω τι είμαι):

«Δεν ήξερα πως δεν ξέρω τι είμαι, είπε το δένδρο. Να πάω πού; Εδώ τουλάχιστον, κάποιος μπορεί να θυμηθεί μιαν άκρη… Όμως το δένδρο που δεν ήταν δένδρο, το δένδρο που ’ψαχνε να γίνει άνθρωπος, είχε ακόμα το χυμό να ανεβοκατεβαίνει, είχε το μέσο και την εκλογή, είχε αυτόν τον πόθο, πάνω απ’ όλα, να δει πώς συναντιόνται τα μέσα και τα έξω, πού η εικόνα του είναι και δεν είναι αληθινή, πού ξεκινάει εκείνος ο παλμός, που σπρώχνει το σώμα του να τρέφει μάτια… Το τελευταίο δένδρο, τοποθετημένο σαν έκθεμα στο Μουσείο, ξεσηκώνεται. Κουράστηκε να καθορίζεται ο ρόλος του από τη βούληση και τη ματιά των άλλων. Ανακαλύπτει όμως, πως το βλέμμα τους έχει ήδη αλλοιώσει ακόμη και την εξωτερική του εμφάνιση. Ποιος είναι ο εαυτός του; Στις διαδοχικές του αποκαλύψεις τον καθοδηγεί η πεισματάρα μνήμη ενός βαλσαμωμένου πουλιού (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου της Μπίλης Βέμη «ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΠΟΥ ΤΟ ΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ», Εκδόσεις Μπιλιέτο, 2003 «Γενναίο Δένδρο, συ που κηρύττεις στους ανθρώπους πράξεις υπεράνθρωπες…» (Henri Michaux)– Art by Amirapsip Tree of Life)





ΤΟ ΔΕΝΔΡΟ ΠΟΥ ΤΟ ’ΦΕΡΑΝ ΣΤΟ ΜΟΥΣΕΙΟ
-Βαρέθηκα να είμαι σύμβολο, είπε το δένδρο,
μέσα στη Βίβλο και τα γραπτά σας…  Θέλω να βγω να περπατήσω
-Πού πας, είπε το βαλσαμωμένο πουλί από την κόχη, θα σε βαλσαμώσουν!

Το δένδρο κοιτάχθηκε δεξιά, αριστερά, κοίταξε τα μέλη του στον απέναντι καθρέφτη.

-Δεν ξέρω πώς έγινε και μοιάζω έτσι με άνθρωπο, είπε. Πώς έγινε τόσα χρόνια να καθρεπτίζομαι εγώ στα μάτια τους, αντί εκείνοι στα κλαδιά μου. Τι απλοϊκό να πιστεύω πως η εικόνα μου είναι αιώνια!
-Ξέχασες την κίνηση, είπε το βαλσαμωμένο πουλί, που το μόνο που είχε, ήταν μια πεισματάρα μνήμη.
-Την κίνηση προς τα πού, ρώτησε αφηρημένα το δένδρο, χωρίς καλά-καλά να ξέρει γιατί ρωτά.
-Δεν έχει σημασία, είπε το πουλί πίσω απ’ τα γυάλινα μάτια του. Εξαρτάται προς τα πού κοιτάς. Η κίνηση είναι ίδια.
-Θυμάμαι, είπε το δένδρο, τους χυμούς ν’ ανεβοκατεβαίνουν. Θυμάμαι την κίνηση με τις εποχές. Μα δε θυμάμαι να κοίταξα πουθενά.
-Ποια η ανάγκη έκανε το πουλί. Αφού τότε δεν έμοιαζες με άνθρωπο. Τότε ήσουνα. Ήταν αρκετό.
-Καθρεπτιζόμουνα στα μάτια τους, είπε, ψηλαφίζοντας τις αναμνήσεις του, το δένδρο. Δεν κοίταζα ακριβώς, αλλά κάτι εκεί μες στον καθρέπτη, μ’ άρεσε.
-Ξεχάστηκες μες στον καθρέφτη, είπε το πουλί, που αν και τυφλό, παρακολουθούσε τα πάντα, από τα μέσα. Ξεχάστηκες και πέρασες ολόκληρο από την άλλη μεριά. Είναι κι αυτή μια κίνηση.
-Έπεσα μέσα στην τρύπα των ματιών τους, κατάλαβε το δένδρο. Και δε βγήκα πουθενά.
-Πήρες την όψη τους από αδράνεια… κι ακόμα σε βόλευε που ήσασταν πολλοί μαζί και ίδιοι. Ήσουν το τελευταίο δένδρο κι η μοναξιά σε λύγιζε.
-Δεν ξέρω τι είμαι μέσα τι είμαι έξω, είπε το δένδρο και άρχιζε να υποφέρει που ένιωθε πως είχε χάσει όλα τα παλιά του νήματα και δεν είχε καινούρια. Θέλω να θυμηθώ πώς ήμουνα τότε που ήμουνα.
-Τι απλά που φαίνονται όλα στα λόγια, είπε το πουλί πού ’χε το χάρισμα να μένει ακίνητο κι όμως όλα να τα παρακολουθεί, από τα μέσα. Κάνεις σα να ζητάς μια συνταγή.
-Θέλω να θυμηθώ τη μέρα που μ’ έφεραν στο μουσείο, έψαχνε το δένδρο. Να δω πώς μ’ έχασε το βλέμμα τους… να δω πού άρχιζα να αλλάζω.
-Νόμιζα πως ήθελες να φύγεις, απάντησε αλλού, το πουλί.
-Δεν ήξερα πώς δεν ξέρω τι είμαι, είπε το δένδρο. Να πάω πού; Εδώ, τουλάχιστον, κάποιος μπορεί να θυμηθεί μιαν άκρη.
-Σωστά. Δεν είναι ο αέρας που λείπει εδώ, παρατήρησε το πουλί κι ένιωσε για πρώτη φορά, πως ο ρόλος του δεν ήταν και τόσο άχαρος. Δεν είναι ούτε ο αέρας, ούτε ο τόπος που λείπει. Είναι το ίδιο επικίνδυνα με έξω. Ούτε λιγότερο, ούτε περισσότερο.

Το δένδρο άκουγε το πουλί σαν παραμιλητό καθώς τώρα χανόταν στη δική του αναζήτηση. Καθώς κατέβαινε αργά και ψάχνοντας προς τις ρίζες του, όλοι οι ήχοι απομακρύνονταν και βάθαινε μονάχα η επιθυμία του, για κάτι άγνωστο ακόμα, που του φαινόταν όμως πως το ξέρει, πως κάποτε άλλοτε είχε από κει διαβεί, κάτι που η γεύση του θα ’τανε σίγουρα οικεία, μα βρισκόταν κρυμμένο κάτω από πενηνταεννέα στρώματα ύπνου, όπως το μπιζέλι του παραμυθιού. Οι ψίθυροι του πουλιού συνόδευαν ακόμη σαν ψιλή βροχή αυτήν την τρομερή του επιστροφή στον πιο εσωτερικό δακτύλιο του κορμού του κι ως τις ρίζες. Καθόλου δεν είχε πια καιρό κι ούτε έπρεπε, να κοντοστέκεται για του πουλιού το λόγια, γιατί, μην το ξεχνάμε, το πουλί είχε ξεραθεί. Δεν του απόμενε τίποτα άλλο παρά μονάχα η πεισματάρα μνήμη. Όμως το δένδρο που δεν ήταν δένδρο, το δένδρο που ’ψαχνε να γίνει άνθρωπος, είχε ακόμα το χυμό να ανεβοκατεβαίνει, είχε το μέσο και την εκλογή, είχε αυτόν τον πόθο, πάνω απ’ όλα, να δει πώς συναντιόνται τα μέσα και τα έξω, πού η εικόνα του είναι και δεν είναι αληθινή, πού ξεκινάει εκείνος ο παλμός, που σπρώχνει το σώμα του να τρέφει μάτια.

Συνημμένα η σύνθεση του Στέφανου Κορκολή το τραγούδι του Δάσους «Ιερό Δέντρο» από τη συναυλία «ΜΟΥΣΙΚΑ ΘΡΟΪΣΜΑΤΑ στο Μουσείο  Γουλανδρή Φυσικής Ιστορίας:

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Απ’ το φεγγίτη των ονείρων παρακείμενης σιωπής με λέξεων κυματισμούς πολύτροπους στα διάσελα του ιάμβου σ’ αυτό ή σ’ άλλο Ποίημα σηκώνει το «φουστάνι των υποσχέσεων ως τους μηρούς», η Ποίηση, θηρεύτρια των Ονείρων μας. Δώσε μας, Ποίηση, κάτι να πιστέψουμε. Δώσε μας πίστη, ένα κεντρί σαν χάδι, μια λέξη λαγνείας στον «τύπο των ήλων», την αιώνια νύχτα που σπαταλά στ’ αστέρια σωσίβιες λεπτομέρειες συνουσίας με το Όνειρο. Σε κανέναν όμως μην αποκαλύψεις τη μικρή υστερόγραφη, αιώνια ανταμοιβή στη χαραυγή. Γιατί τι δίνεις Ποίηση, τι παίρνεις; «Κινήσεις που οδηγούν σ’ ένα απλό «κρεβάτι» και καλοκαιρινά σεντόνια βάναυσα λευκά»; …