Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΔΙΑΝΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΧΑΜΕΝΟΙ ΜΕΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ:

Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση: «Όταν έμενα στην οδό τάδε…», είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες  δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ επιστολές που απευθύνονταν προς αυτούς δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη «Αγνώστου Διευθύνσεως», γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: «Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι»… Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεων. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και  avenues, strassen και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas…   [Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ μια από τις τρελές ιστορίες του Αργύρη Χιόνη, από το βιβλίο του ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑ ΦΡΕΝΑΣ, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ 2016 – ART by RANLINDE and Frederico Hurtatdo]


ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα «Διασπορά» (Σχήμα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες τον εαυτό μας

Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Το ποίημα έχει γραφεί για τη δική μου σχέση με το δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.
Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις «Δώδεκα σπουδές» (Λεκτικά Τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:
Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο σαν φίδι και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος. Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.

Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις… Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξη του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι’ (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):
Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου, ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή και το τέλος του!.. Η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ  δεν έφτασε έως εκεί. Το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ’ αυτήν.
«Παίρνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.
«Χάνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.
«Γυναίκα του δρόμου», «Παιδί του δρόμου», λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.
Παράξενο αλήθεια…  Αναφερόμαστε σ’ αυτόν σαν να ’ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα… Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά κι αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;

Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους το δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου ’χε προσφέρει. Φρούδες ελπίδες… Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με το μαχαίρι τα ταξίδια κι έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ’ ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί από τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με το δρόμο. Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά  πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται:
Ο δρόμος που τελειώνει σε αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς ή εκείνον του δικού μας, του Ηράκλειτου: οδός άνω κάτω μία και ωυτή.

[ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, Έχων Σώας τας Φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, 2016-  ARTWORK: RANLINDE and Frederico Hurtatdo]



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΟΝΕΙΡΑ, Η ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ, ΟΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (εκείνες που ποτέ δεν ικανοποιούνται):

Τη νύχτα ανασυνθέτεις τον εαυτό σου, παλεύεις με τα φαντάσματά σου, βουλιάζεις στη άβυσσό σου, δεν ελέγχεις τίποτα, είσαι αδύναμος και μόνος -εσύ και η μοναξιά σου. Βρίσκεσαι κοντά στον θάνατο, μόνο που δεν το συνειδητοποιείς, βρίσκεσαι σε έναν άλλο κόσμο, όπου οι επιθυμίες σου βγαίνουν στον αφρό και όπου τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά σου, φανερώνονται… Οι νυχτερινές ώρες. Ύπνος και ξαγρύπνια. Ύπνος με όνειρα όπου προβάλλει το υποσυνείδητο, όνειρα που παγιδεύουν, ξαφνιάζουν, πανικοβάλλουν. Όνειρα που «κυκλοφορούν» ανεξέλεγκτα. Ξαγρύπνια που βασανίζει, φέρνει σκέψεις, κρίσεις πανικού, αλλά και σουρεαλιστικές καταστάσεις στην κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου όταν αντί να «μετράς προβατάκια», μπορεί τα “προβατάκια” να μετράνε εσένα. «Μια κραυγή μπαίνει από το παράθυρο. Αν την αφήσω να βγει, θα με ξαναενοχλήσει. Κατεβάζω βιαστικά τα ρολά και διαπραγματεύομαι μαζί της. Της προτείνω να κραυγάζει ελεύθερα εκτός των ωρών κοινής ησυχίας. Εκείνη δείχνεται ολιγαρκής Εγώ γενναιόδωρη. Ωστόσο η συμβίωσή μας αποδεικνύεται αδύνατη. Τελικά, το να κοιμάσαι κάθε βράδυ με μια καταπιεσμένη κραυγή είναι σωστός πονοκέφαλος» [Ana Maria Shua -ΑΝΑ ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΑ, η βασίλισσα του μικροδιηγήματος 250 μικροδιήγηματα, γεμάτα χιούμορ και φαντασία, σουρεαλιστική διάθεση, που φλερτάρουν με τη λογοτεχνία του Φανταστικού. Μονόλογοι μιας γυναίκας που ονειρεύεται ή που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μικρές τηλεγραφικές ιστορίες της νύχτας ενός ανθρώπου που παγιδεύεται μέσα στα όνειρα του και γράφει π.χ. για έναν άνδρα ο οποίος ονειρεύεται έναν άλλο άνδρα. Αυτός με τη σειρά του αποτελεί το όνειρο ενός τρίτου, που ίσως να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Μπροστά στην ευθύνη του ονειρευτή, ο συγγραφέας μοιάζει να αποθυμεί την τελική αθωότητα του ήρωα!... Ιστορίες που ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ υπό την μουσική υπόκρουση του Suenos του τιτάνα Astor Piazzolla ART by ZWOLAK temawork]



ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΝΕΡΑΪΔΕΣ
Τα μικρά παιδιά αποκοιμιούνται ακούγοντας παραμύθια για νεράιδες. Οι μεγάλοι αποκοιμιούνται βλέποντας τηλεόραση. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι θεωρούν ότι αφήνοντας μια ιστορία στη μέση πριν κοιμηθούν, εξασφαλίζουν το ξύπνημα. Τόσο τυφλά εμπιστεύονται τη φιλοπεριέργεια του θανάτου.

ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΟ
Στην ουρά, ο κόσμος εξαγριώνεται. Κάποιοι καταφέρονται εναντίον της κυβέρνησης και άλλοι της ακυβερνησίας. Στον γκισέ ο υπάλληλος, ατάραχος. Μα αυτός ο άνθρωπος κοιμάται, εξάπτεται ένας καραφλός κύριος μπροστά μου. Όχι, κύριε, αυτοί που κοιμούνται είμαστε εμείς, του εξηγεί μια κυρία όσο πιο χαμηλόφωνα μπορεί (όποιος ξυπνάει χάνει τη σειρά του). Ώρες αργότερα, δίνω το όνομά μου στον γκισέ, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω ότι περιμένω σε λάθος όνειρο…

Η ΤΡΙΣΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΡΑΒΙΝΟΥ:
Πολλοί Καβαλιστές κατείχαν τη γνώση για να φτιάξουν ένα Γκόλεμ, λίγοι όμως μπορούσαν να κάνουν το Γκόλεμ να τους υπακούσει. Λέγεται πως ένα ανυπότακτο Γκόλεμ, το οποίο είχε δημιουργήσει ένας ραβίνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, εκμεταλλεύτηκε τούτη τη φανερή ομοιότητα παίρνοντας τη θέση του Δημιουργού του. Η ιστορία αυτή, αν και πέρα για πέρα αληθινή, είναι παντελώς άγνωστη, μιας και ουδείς αντιλήφθηκε τη διαφορά εκτός φυσικά από την τρισευτυχισμένη γυναίκα του ραβίνου, η οποία αποφάσισε να αποσιωπήσει το γεγονός
 ΦΙΛΑ ΤΟ ΒΑΤΡΑΧΟ ΣΟΥ
Αυτό είναι το παραμύθι για έναν πρίγκιπα μεταμορφωμένο σε βάτραχο που ξανάγινε πρίγκιπας χάρη στο φιλί μιας πριγκίπισσας με την οποία παντρεύεται μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι αυτή – αχ, αυτές οι γλυκές εκπλήξεις της συζυγικής ζωής! – έχει την παράξενη συνήθεια να πιάνει μύγες με την μακριά της γλώσσα, ή το παραμύθι για ένα βάτραχο μεταμορφωμένο σε πριγκίπισσα που ξανάγινε βάτραχος, αφού την εγκατέλειψε ένας άπονος πρίγκιπας, όλα εξαρτώνται σε τελευταία ανάλυση από την πλευρά που βλέπει κανείς τα πράγματα…

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ  ΠΥΚΝΟΫΦΑΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ:
Ένας άντρας δέχεται επίθεση. Αντιστέκεται. Τραυματίζεται βαριά και πιάνεται αιχμάλωτος. Αυτό συμβαίνει στα όνειρά του. Για πολλές απανωτές νύχτες ο άντρας αγωνιά. Ένα βράδυ, ο θάνατος έρχεται πριν το ξύπνημα. Κατά τη διάρκεια της μέρας, ο άντρας συνεχίζει να παίζει, να εργάζεται, να ερωτεύεται, σαν να ήταν πέρα για πέρα ζωντανός, ωστόσο οι νύχτες του είναι έκτοτε κενές, αμνήμονες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο άντρας πεθαίνει επίσης σ' αυτή την πλευρά του σύμπαντος και εισέρχεται σ' ένα θάνατο πυκνοϋφασμένο με παράξενα όνειρα.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΒΑΦΟΝΤΑΙ
Οι γυναίκες βάφονται πριν πέσει η νύχτα. Στα μάτια, στη μύτη, τα χέρια, την ιγνυακή κοιλότητα, τα δάχτυλα των ποδιών. Βάφονται με εισαγόμενα καλλυντικά, με τέμπερες, με μαρκαδόρους τσόχας. Την αυγή δεν υπάρχουν πια. Καθώς περνά η νύχτα και οι άνδρες, σιγά-σιγά σβήνουν [Άνα Μαρία Σούα, από τον τόμο ΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΦΥΛΟ, ανθολογία ισπανικού ερωτικού μικροδιηγήματος]

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
«Μάινα το φλόκο» διατάζει ο καπετάνιος. «Μάινα το φλόκο»! επαναλαμβάνει ο δεύτερος. «Όρτσα δεξήνεμα» κραυγάζει ο καπετάνιος. ‘Όρτσα δεξήνεμα» επαναλαμβάνει ο δεύτερος!.. «Προσοχή το μπομπρέσο!» κραυγάζει ο καπετάνιος. «Το μπομπρέσο», επαναλαμβάνει ο δεύτερος. «Ρίξε τη μετζάνα», κραυγάζει ο καπετάνιος!.. «Τη μετζάνα», επαναλαμβάνει ο δεύτερος. Εντωμεταξύ η θύελλα δυναμώνει και οι ναύτες τρέχουνε αλλόφρονες από τη μια μεριά του καταστρώματος στην άλλη. Αν δεν βρούμε γρήγορα ένα λεξικό, θα βουλιάξουμε το δίχως άλλο.

ΤΑΤΟΥΑΖ 

Σ’ ένα απόκρυφο μέρος του σώματος, η Ιεζάβελ υπέμεινε τον πόνο ενός περίτεχνου τατουάζ. Πολλοί είναι αυτοί που πληρώνουν για να το δουν. Όσοι έχουν καταφέρει να το περιγράψουν, χάρη στα πλούτη ή την ευλυγισία τους, μιλάνε για ένα χάρτη με απαλά χρώματα, φτιαγμένα από ένα μίγμα μελανιών στο φυσικό χρώμα του δέρματος. Πάνω στο χάρτη είναι σχεδιασμένα το σημείο όπου βρίσκεται ο παρατηρητής και η διαδρομή προς την έξοδο. Βλέπε επισυναπτόμενο αρχείο:



ΠΗΓΗ: : Ana Maria Shua, (ΑΝΑ ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΑ, η βασίλισσα του μικροδιηγήματος) είναι μια από τις πιο αξιόλογες και δημοφιλείς συγγραφείς της Αργετνινής και της Λατινικής Αμερικής. Έχει εκδώσει περισσότερα από 40 βιβλία: μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, θεατρικά κ.ά. Η λογοτεχνική φόρμα στην οποία ωστόσο έχει καταξιωθεί είναι η μικρομυθοπλασία και όχι άδικα θεωρείται βασίλισσα του είδους. Το έργο της έχει κατ’ επανάληψη βραβευτεί και χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης με μεταφράσεις σ’ όλο τον κόσμο. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει η συλλογη μικροδιηγημάτων ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ. Η φαντασία της Σούα είναι αστείρευτη, τα μικροδιηγήματά της, άλλοτε χιουμοριστικά κι άλλοτε πικρά, έχουν πάντα σκοπό να διεγείρουν τη σκέψη, να προκαλέσουν, να συγκινήσουν. Κάθε μικροδιήγημα είναι μια μαγική σφαίρα που μας φανερώνει θραύσματα μιας άλλης πραγματικότητας: ένας λυκάνθρωπος παίρνει κουράγιο για την επίσκεψη στον οδοντογιατρό, ένας ποιητής ναυαγεί πάνω στον πλανήτη γη, γκέισες που δεν είναι γυναίκες, τα πάντα είναι εφικτά στο συγγραφικό σύμπαν της Άνα Μαρία Σούα.   

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ και (αντιστικτικά) ο ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (αφιερωμένος σ’ αυτόν):

Στο «Απομεσήμερο ενός Φαύνου», μια από τις… τρελές ιστορίες (όπως χαρακτηρίζονται στον υπότιτλο του βιβλίου του Αργύρη Χιόνη ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ) ο αφηγητής, με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, θέλοντας να σατιρίσει το παράλογο της ύπαρξης και την ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής, αναφέρεται στο φόβο του επερχόμενου γήρατος και στην οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή τη στιγμή που επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του. Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσυ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή», υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου, που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη «Συζυγική ζωή»… Η παρουσία, στο τέλος του αφηγήματος της γνωστής επωδού «Ποτέ –ποτέ πια» από Το Κοράκι του Ε.Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας… Το ίδιο θέμα αλλά ιδωμένο από την πλευρά της νεαρής κοπέλας διαπραγματεύεται με το δικό της ξεχωριστό τρόπο στην ιστορία της με τίτλο ΞΕΝΙΣΤΗΣ (αφιερωμένο Στο απομεσήμερο ενός Φαύνου του Αργύρη Χιόνη)  


πρώτη ιστορία: ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΣΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ του Αργύρη Χιόνη:  

Αυτή μόλις είχε κλείσει τα είκοσι τρία, αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει δια πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο, είχανε κάνει έρωτα, αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές καρυαγές «ηδονής», αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί, αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, ρπος το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά και αριστερά. Σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παϊδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχέιλωναν πάνω στο στρώμα, το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα. Όσο για τα πόδια –αχ, τα πόδια!- δυο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια του πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχονταν να τις γλείφεις μέχρι να λίωσουν μες στο στόμα σου.

Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους, αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, σταφανωμένα από γκρίζες γουρονότριχες, και λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβε για το παρηκμασμένο του κορμί. Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρατηρητήε, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου τύχη!) στην εβδομηκοστή ένατη σελίδα το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει: 

«Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρα τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω απ’ τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροϊζουν.
Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά-αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δένδρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.
Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.
Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες τη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κάνουν οι κλειδώσεις του, καθώς μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.
Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει…»

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρισε, σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι και τρομαγμενο, ρώτησε: «Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;» Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας: «Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!». Ύστερα, πριν προλάβει ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο. Ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το ψ. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλειπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας με κάποια θλίψη, είναι αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ –ποτέ πια», την έκλεισε.


δεύτερη ιστορία: ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (στον Αργύρη Χιόνη για το Απομεσήμερο ενός Φαύνου)

  
Ήταν η ενσάρκωση του αναγεννησιακού ιδανικού του Καθολικού Ανθρώπου. Τόσες γνώσεις, σε τόσα θέματα! Και τι ρητορική ικανότητα! με εκείνη την αξιοζήλευτη άρθρωση που λιαίνει τα σύμφωνα και στρογγυλεύει τα φωνήεντα! Αλλά και Δάσκαλος, πάντα πρόθυμος να μεταλαμπαδεύσει στους νέους ανθρώπους τις γνώσεις του. Και όχι μόνον αυτό! Ήταν επιπλέον η ενσάρκωση και του αρχαίου πνεύματος της φιλοξενίας. Συνεχώς φιλοξενούσε στο αρχοντικό του κάποιαν νέα από την επαρχία που δεν είχε πού να μείνει, για να μπορέσει να επωφεληθεί τόσο από τις πολύτιμες διαλέξεις, που συχνά πυκνά έδινε σε κάποιο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, όσο και από τις ανιδιοτελείς υψηλές γνωριμίες του

Είχε λοιπόν προσκαλέσει με μεγαθυμία και εμαυτήν, αμέσως μόλις του έστειλα το Βιογραφικό μου και μιαν ολόσωμη φωτογραφία, όπου ανέπτυσσα όλα τα πνευματικά μου ενδιαφέροντα… Σίγουρα ένας προστατευόμενος των Μουσών και του Ξενίου Διός! Ίσως γι’ αυτό του πήγαιναν όλα δεξιά και όχι γιατί ανένηψε της αριστεράς ιδεολογίας, όπως υπαινίσσονταν κάποιοι άσπονδοι φίλοι.
- Ζήλια! Καθαρή ζήλια, φιλτάτη μου κορασίς! έλεγε κι εγώ παρακολουθούσα καθηλωμένη τα δαχτυλίδια του καπνού, που συντρόφευαν τις λέξεις του, να πλαισιώνουν τα λευκά του μαλλιά… ενώ εκείνος με μεγαλοψυχία χάιδευε πατρικά τους στρογγυλούς μου ώμους, την απαλή σάρκα του λεπτού μου λαιμού…

Διήγον την τρίτην ημέραν φιλοξενούμενη στο αρχοντικό του. Με είχε περιηγήσει σε όλες τις αναρίθμητες κάμαρες, όπου φυλάσσονταν πολυάριθμοι πίνακες και γλυπτά, επεξηγώντας επί ώρες τα πώς και τα γιατί της αμύθητης καλλιτεχνικής τους αξίας και αφήνοντάς με άφωνη με την ευρυμάθεια και την εμβρίθειά του. Μου είχε δείξει με άπειρη προσοχή κι ευλάβεια όλα τα οικογενειακά κειμήλια, τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, μεταδίδοντάς μου την συγκίνησή του καθώς διέκρινα δάκρυα να λαμπυρίζουν στις ρυτιδιασμένες άκρες των κάπως θολών του ματιών. Κατόπιν μου επέτρεψε με γενναιοδωρία να αγγίξω σαγηνευμένη το χέρι του, ενόσω με έσφιγγε με οδύνη πάνω του, ώσπου να ασφυκτιά το πλούσιο στήθος μου με πόνο…

Εκείνο το βράδυ, μετά το ασκητικό μας δείπνο, χαρακτηριστικό των ανθρώπων με αριστοκρατικές καταβολές, λόγω της Παιδείας τους βεβαίως και ουχί των προγόνων, με οδήγησε στο μόνο δωμάτιο, όπου δεν μου είχε επιτρέψει έως τότε να μπω, στο Άδυτο των Αδύτων, στο Γραφείο του. Βαρύτιμοι δερματόδετοι τόμοι γεμάτοι με τη σοφία αιώνων ανθρώπινου πολιτισμού κάλυπταν τους πανύψηλους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη. Είχα μείνει εκστατική. Με άφησε να ξεφυλλίσω με τρεμάμενα από το δέος χέρια κάποιους τόμους της αρεσκείας μου, ωσότου εκείνος έψαχνε στη μεγάλη σύγχρονη βιβλιοθήκη του Διαδικτύου∙ με την άκρη του ματιού μου διέκρινα τη σκυμμένη του φιγούρα μπροστά στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, το μοναδικό δείγμα του τεχνολογικού πολιτισμού του τελευταίου αιώνα, ο οποίος δέσποζε πάνω στο δρύινο έπιπλο στο κέντρο του δωματίου. Διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις χαϊδεύοντας αφηρημένη την δεξιά μου γάμπα με το αριστερό μου χέρι… ανεβάζοντάς το ανεπαισθήτως εκεί ψηλά στην κρυφή κόχη των ιδρωμένων μου μηρών…

-Για την προσφιλήν μου απασχόλησιν, όπως διευκρίνισε ο ίδιος δείχνοντάς μου, μισολαχανιασμένος, την φωτισμένη οθόνη… στο λιγοστό χρόνο των διαλειμμάτων από την επίπονη μελέτη, στη μόνη ξεκούραση που επεφύλασσε εις εαυτόν.
Έπειτα από αρκετή ώρα με κάλεσε κοντά του.
-Πώς σας φαίνεται αυτό, αγαπητή μου; Με ρώτησε βαριανασαίνοντας, καθώς μού έδειχνε συμπλέγματα αντρών και γυναικών σε ανόσιες στάσεις.

Έχω δει και καλύτερα, σκέφτηκα αλλά έδιωξα μετά βδελυγμίας την ασεβή σκέψη και προσπάθησα να εντρυφήσω στις εικόνες που εναλλάσσονταν με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου, επιδιώκοντας το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα αυτών των αναζητήσεων, ούσα βεβαία πως επρόκειτο για κάτι ασύλληπτο για την ανολοκλήρωτόν μου παιδείαν, εξ ου και η φριχτή βαριεστιμάρα μου την ιερή εκείνη ώρα.

Μόλις ένιωσα το χέρι του που χάιδευε στοργικά τα μακριά μου μαλλιά να σπρώχνει το κεφάλι μου στο σκοτεινό άνοιγμα του παντελονιού του κατελήφθην από την ιδέα πως ο σοφός μου γέρος δεν ήταν παρά ένας φτωχός άντρας, τον οποίο η ταπεινή γυναικεία μου φύσις ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει ή να αποδεχθεί.
Γιατί, ακόμη και μετά από την πολυήμερη κοπιαστική μου μύηση στα Άδυτα της ανθρώπινης γνώσης, εγώ εξακολουθούσα να προτιμώ τη μικρή Νεράιδα… με την μορφή της νεαράς οικιακής βοηθού, με την οποία στριμωχνόμασταν στο μικρό κουζινάκι, για να εφαρμόσουμε εμπράκτως την επισωρευομένη μόρφωσιν του Διαδικτύου, τα μεσημέρια της παραμονής μου στο επιβλητικό εκείνο αρχοντικό… σιχτιρίζοντας ομού κι αυτόν και την αλαζονική σοφία του και το ανόητο σινάφι του.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Το ΔΟΥΡΕΙΟΝ ΘΗΛΥ (που όχι μόνο ξύλινο δεν ήταν, αλλά με σάρκα ρόδινη, βελούδινη, κρουστή ένα βασίλειο μόνη της εκπορθεί)

Η αγάπη κάστρα καταλεί, μπεντένια ρίχνει κάτου και παλικάρια του σπαθιού τα ρίχνει του θανάτου (Αγνώστου)


Ήτανε κάποτε δύο βασιλιάδες που βασίλευαν σε όμορα βασίλεια και, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν και οι δυο να καταργήσουν τα μεταξύ τους σύνορα, όχι για να συμβασιλέψουν σε ένα μεγαλύτερο βασίλειο, αλλά για να γίνει ο ένας από τους δύο, αφού θα εξολόθρευε τον άλλον , μεγαλύτερος βασιλιάς μεγαλύτερου βασιλείου.

Επόμενο ήταν λοιπόν να βρίσκονται, σχεδόν διαρκώς, σε εμπόλεμη κατάσταση και να διεξάγουν μάχες, που ωστόσο έληγαν πάντα με ισοπαλία, καθότι, καθώς φαίνεται, οι δυο στρατοί τους ήταν ισοδύναμοι. Λέω «σχεδόν διαρκώς» γιατί υπήρχαν και κάποιες περίοδοι ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, όταν αμοιβαίως εξαντλούνταν οι οικονομικοί πόροι και το ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν πλέον θησαυροί στα θησαυροφυλάκια και στρατιώτες στους στρατώνες των δύο αυτών επιφανών και φιλόδοξων βασιλέων.

Εδώ ωστόσο πρέπει να κάνω μια παρένθεση, για να πληροφορήσω τους αναγνώστες (πράγμα που έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή) ότι τα δύο εν λόγω βασίλεια βρίσκονταν στην έξω και μακριά από εμάς εσπερία και στην ακόμη εξώτερη Νήσο Αλβιόνα, άκουγαν δε, το ένα στο όνομα Horn και το άλλο στο όνομα Corn.
Η πληροφορία δόθηκε, η παρένθεση έκλεισε, η ιστορία συνεχίζεται.

Σε μια λοιπόν από αυτές τις περιόδους ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης ο επιφορτισμένος με τη στρατολόγηση παλλακίδων αυλικός, κόμης Pander, περιπλανώμενος, εν υπηρεσία, με την ακολουθία του, στην κομητεία της Χορνουάλης, έπεσε πάνω σε μια χωριατοπούλα εκπάγλου ωραιότητος, που, με ανασκουμπωμένα μανίκια, μεσοφόρια και φουστάνια, έπλενε μ’ έναν κόπανο στην όχθη ενός ποταμού, ξεμπράτσωτη, γυμνοπόδαρη και ξαναμμένη, σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια. Το όνομα αυτής Mayflower 
Σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια τα πήρε ο ποταμός και την ωραία κόρη Mayflower την πήρε ο κόμης Pander, δώρο για να την πάει στον αφέντη του, τον βασιλιά του Horn, που, όταν τη ρίξανε στα πόδια του, ημίγυμνη, έχασε το μυαλό του απ' τα κάλλη της. Δεν το ’χασε ωστόσο εντελώς, γιατί ήταν πονηρός κι αμέσως είδε ότι στα χέρια του είχε, επιτέ¬λους, το όπλο που θ' αφάνιζε τον μισητό εχθρό του, τον βασιλιά του Corn. Χωρίς λοιπόν ούτε στιγμή να χάσει, φώναξε τις κυρίες των τιμών και τους παρέδωσε αυτό το αγριολούλουδο, με τη ρητή εντολή να το μεταμορφώσουνε σε τζοβαϊρι, άξιο να στολίζει στέμμα εστεμμένου. Δήλωσε δε, μαγαλοφώνως, ότι αυτή θα ήταν στο εξής, η ευνοούμενή του και όποιος ή όποια (και τόνισε ιδιαίτερα αυτό το όποια, γιατί στων θηλυκών τα μάτια είδε να λάμπει κιόλας του φθόνου η φλόγα) επιχειρούσε να πειράξει έστω και μια τρίχα της κεφαλής της, έστω και το πιο μικρό νυχάκι του πιο μικρού δαχτύλου των ποδιών της, θα αντιμετώπιζε την μήνιν της μεγαλειότητος του και την εσχάτη των ποινών.

Ωσάν βρεγμένες γάτες απεχώρησαν, πισωπατώντας, οι κυρίες των τιμών κι οδήγησαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της την καινούργια του στέμματος ευνοούμενη.
Την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε η μεταμόρφωσή της από αγριολούλουδο σε τζοβαΐρι, άρχισε δηλαδή η διαπαιδαγώγησή της και, επειδή δεν ήταν μόνο πανωραία αλλά και πανέξυπνη, μέσα σ’ ένα χρόνο μόνο έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν γεννημένη σε παλάτι, να παίζει μαντολίνο, να άδει μαδριγάλια και, πάνω σε καμβά, περίτεχνα, πουλιά, λουλούδια κι ελάφια να κεντά με σταυροβελονιά. Διδάχτηκε επίσης κι αφομοίωσε (πράγμα πολύ σημαντικό για τους απώτερους σκοπούς του βασιλιά) την τοπική διάλεκτο του Corn.

Ολόκληρο το διάστημα αυτό, επί τριακόσιες δηλαδή εξήντα πέντε νύχτες μόνο μ’ αυτήν κοιμότανε ο βασιλιάς και, την τριακοσιοστή εξηκοστή και έκτη μέρα μάτωσε η καρδιά του όταν, εις ένδειξιν φιλίας και καλών προθέσεων, την έστειλε πεσκέσι στον βασιλιά του Corn. Έτσι 'ναι, βλέπετε, οι βασιλιάδες πάντοτε βάζουν το κοινό συμφέρον πά¬νω απ' την προσωπική τους ευτυχία.

Ο βασιλιάς του Corn, σαν είδε το θεσπέσιο θηλυκό, ένιωσε να του λύνονται τα γόνατα και την καρδιά του σαν τρελή να πεταρίζει. Ο ακαριαίος έρωτας τόσο πολύ τον τύφλωσε, ώστε ούτε στιγμή δεν πέρασε από το κεραυνόπληκτο μυαλό του η σκέψη ότι οι προθέσεις του αντιπάλου του μπορεί να μην ήταν τόσο καθαρές. Δεν ήξερε, ο άμοιρος, δεν είχε ως τότε μάθει πως η μεγάλη ομορφιά χέρι με χέρι με το θάνατο βαδίζει. Έτσι, ανυποψίαστος, άνοιξε και στους δυο την αγκαλιά του.  

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μη κλέβουμε από την αιωνιότητα, μόλις η Mayflower διάβηκε σαν αερικό του παλατιού την πύλη, άλλαξε η τάξη των πραγμάτων κι ήρθαν τα πάνω κάτω στο βασίλειο του Corn. Ο βασιλιάς έπαψε να ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας κι άλλο δεν έκανε παρά να διοργανώνει γλέντια, τσιμπούσια και χορούς για χάρη της χαράς του, για της καρδιάς του την καρδιά, όπως ονόμαζε τη νέα ερωμένη του. Στο μεταξύ, αφού τόσο οι στρατηγοί όσο και οι λοιποί αξιωματικοί παίρνανε μέρος στα όργια, εγκατέλειπαν οι φρουροί τα πόστα τους και τα στρατόπεδα οι φαντάροι, σκότωναν οι αγρότες τους φοροεισπράκτορες και οι ληστές σκότωναν τους αγρότες κι άδειαζαν τα κελάρια τους. Όπως καταλαβαίνετε, σύντομα, πολύ σύντομα, είχανε γκρεμιστεί οι τέσσερις πυλώνες που στηρίζουνε συνήθως μια ευνομούμενη κοινωνία: ησυχία τάξη, ασφάλεια και οικονομία.

Ο βασιλιάς του Horn, σαν έμαθε από τους κατασκόπους του, που είχε στείλει επιτόπου, ότι το αχλάδι ήταν έτοιμο να σωριαστεί, με ένα «Αχ!», στο χώμα, εισέβαλε, με έναν μόνο λόχο, στο βασέιλιο του Corn κι έφτασε, δίχως ν’ ανοίξει ούτε ρουθούνι, ως τα ανάκτορα.

Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει και, καθώς τις πόρτες τις ξεμπάρωτες άνοιγαν οι στρατιώτες, αντίκρισε ο βασιλιάς στου θρόνου την τεράστια σάλα πάνω σε πάγκους, σε ανάκλιντρα και σε τραπέζια, αλλά και καταγής, κορμιά ανδρών και γυναικών, γυμνά και ημίγυμνα, ατάκτως απ’ τη μέθη και τον ύπνο ερριμένα. Ο χώρος όλος έζεχνε κρασίλα, ξερατά, σπέρμα…

Πήρε μαζί του δυο ακολούθους και, δρασκελώντας τα ημιθανή κορμιά, για το βασιλικό τράβηξε κοιτώνα. Σαν έφτασε εκεί, άφησε έξω, ως φρουρούς, τους άνδρες του, μπήκε αθόρυβα μες το δωμάτιο, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα πίσω του και αθόρυβα πλησίασε την κλίνη όπου, ντυμένοι μόνο με τη γύμνια τους, κείτονταν ο βασιλιάς του Corn  και η ωραία Mayflower. Δίχως κανένα δισταγμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, σαν έτοιμος από καιρό, σήκωσε το σπαθί το φονικό και, κατεβάζοντάς το με ορμή πάνω στου κοιμισμένου εχθρού του το λαιμό, αξύπνητο τον έστειλε στον Άδη.

Από το γδούπο που ’κανε η κομμένη κεφαλή, καθώς στο δάπεδο έπεφτε, ξύπνησε αλαφιασμένη η καλλονή. Δεν κράτησε πολύ ωστόσο η ταραχή της… Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που ’λυνε γόνατα και είπε: «Τα καταφέραμε, αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Έκανα ό,τι μου ’πες και τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι;»

«Ναι , έτσι ακριβώς, αλλά είσαι πόρνη, κεράτωσες το βασιλιά σου, εμένα, το βασιλιά του Horncorn!» της αποκρίθηκε αυτός και ξανασήκωσε το αμείλικτο σπαθί του.

 [«Το Δούρειον Θήλυ» από τη συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες τρελές ιστορίες, εκδ. Κίχλη με τίτλο «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» - ART by ZANCAN Cinnamon Breath]

Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Ο ΛΑΘΟΣ ΔΡΟΜΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΣΩΣΤΟΣ (αφού για να γράψεις σωστά πρέπει να έχεις ζήσει λάθος):

Αυτό είναι το σκάνδαλο για το οποίο ο πολιτισμός δεν μπορεί να κάνει καμιά σωτήρια σκέψη. Το μόνο που γνωρίζει είναι να μη δείχνει το δρόμο, αλλά την απατηλή παράκαμψη, να μην προσφέρει τον ύπνο αλλά το κρεβάτι, να δίνει βιβλία αλλά όχι την αλήθεια. Ολόκληρος συγκροτεί ένα ζωτικό και μείζον ψεύδος. Και ο ανά τους αιώνας ταξιδιώτης δεν βρίσκει πού να ξεκουράσει τον ίσκιο του… Κι ο Κωστής Παπαγιώργης είχε πάρει τη ζωή του λάθος και το ομολογούσε με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη: «Αν δεν πάθεις, δεν μαθαίνεις! Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται»… Κάπως έτσι, ο λάθος δρόμος, βύζαξε το σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα ελληνικά γράμματα τα τελευταία πενήντα χρόνια… (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου ΠΕΡΙ ΜΕΘΗΣ του Κωστή Παπαγιώργη- ακολουθεί κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για τον Κωστή Παπαγιώργη – ART by Skeva Artemis and Pavlo Stamatiadis)


ΓΙΑ ΝΑ ΓΡΑΨΕΙΣ ΣΩΣΤΑ, ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΙΣ ΖΗΣΕΙ ΛΑΘΟΣ: Ένα κείμενο του Δημοσθένη Κούρτοβικ για το Κωστή Παπαγιώργη


Έχω μια προκατάληψη που, όπως υποψιάζομαι, μοιράζομαι με τον Κωστή Παπαγιώργη: πιστεύω πως για να γράψεις σωστά, πρέπει να έχεις ζήσει λάθος. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα λογικό επιχείρημα υπέρ μιας τόσο απόλυτης θέσης. Είπαμε, για προκατάληψη πρόκειται. Ωστόσο, ακόμη περιμένω από την παρατήρηση να άρει τη δυσπιστία μου όχι μόνο για τις εκφραστικές ικανότητες, αλλά και για το ψυχικό βάθος ανθρώπων που τους ήρθαν όλα δεξιά στη ζωή τους, που έκαναν πάντα τις σωστές επιλογές, που είχαν πάντα δίκιο, που διαπλάστηκαν μόνο με εκλεκτές εμπειρίες. Ως τότε, θα προσυπογράφω την άποψη του Παπαγιώργη ότι «Αν δεν πάθεις δεν μαθαίνεις. Οι δυστυχίες φτιάχνουν τον άνθρωπο. Με τον πόνο οι χαρακτήρες εξευγενίζονται, αντίθετα τα στραβόξυλα εξαχρειώνονται».

Ο Παπαγιώργης πήρε τη ζωή του λάθος και το ομολογεί με μια ειλικρίνεια ασυνήθιστη, σχεδόν μοναδική για Έλληνα διανοούμενο, αν και δεν θα κινδύνευε να κατηγορηθεί για αυτοεπιείκεια αν πρόσθετε ότι πολύ συχνά οι άνθρωποι είναι φτιαγμένοι εξαρχής για τέτοια λάθη. Εν πάση περιπτώσει, η καλή μέρα δεν φαίνεται από το πρωί, αλλά ήδη από τα χαράματα, όταν ακόμη αντικρίζουμε τον κόσμο αγουροξυπνημένοι: «φιλάσθενο, μίζερο, προβληματικό παιδί», όπως λέει ο ίδιος, με το αίσθημα (που το απολάμβανε κιόλας) ότι είναι «υπεράριθμος, παιδί του Καιάδα», φοβερά ανορθόγραφος (μολονότι γιος αυστηρού δάσκαλου), αριστερόχειρας, που πλήρωσε την καταναγκαστική στροφή στη δεξιοχειρία με βραδυγλωσσία. Φοιτητής στο Παρίσι, αργότερα, ενώ γύρω του βουίζει ο Μάης του '68, κλείνεται σε μια σοφίτα και διαβάζει μανιωδώς φιλοσοφικά συγγράμματα, που «απαλλοτριώνει» από τα βιβλιοπωλεία. «Τόσο πιεστικά και τόσο άγονα δεν ξαναδιάβασα ποτέ στη ζωή μου», λέει σήμερα. Καρπός αυτής της φάσης θα είναι δυο μελέτες, για τον Πλάτωνα και τον Χάιντεγκερ, τις οποίες έχει εδώ και καιρό αποκηρύξει, γιατί, όπως είπε σε πρόσφατη συνέντευξή του στο Διαβάζω, «όταν διάβασα το βιβλίο [για τον Χάιντεγκερ] και κατάλαβα ότι εγώ απουσίαζα, πήρα όρκο ότι θα μετανοήσω».

H μετάνοιά του, αλλά περισσότερο ίσως το αίσθημα ότι «απουσίαζε» γενικά, διαλύεται στο αλκοόλ, που τον απαλλάσσει και από το πρόβλημα της βραδυγλωσσίας, τον φέρνει όμως, κοντά στα σαράντα του, ένα βήμα από τον τάφο. Και τότε όλα αλλάζουν. Ο Παπαγιώργης κέρδισε τελικά τη μάχη για τη ζωή (μα, τον ακούω να λέει, ποιος κέρδισε ποτέ τελικά αυτή τη μάχη;) και τα ελληνικά γράμματα κέρδισαν τον σημαντικότερο δοκιμιογράφο που έβγαλαν τα τελευταία πενήντα χρόνια. Τρόπος του λέγειν «έβγαλαν», γιατί τον συγγραφέα Παπαγιώργη δεν τον βύζαξαν τα ελληνικά γράμματα, αλλά τα παθήματά του, ο λάθος δρόμος που λέγαμε.
Ο σωστός δρόμος που βρήκε ο Παπαγιώργης για να εκφραστεί είναι η μακριά σειρά των ανθρωπολογικών δοκιμίων του, που αρχίζει, χαρακτηριστικά, με το Περί μέθης (1987), ίσως το γνωστότερο βιβλίο του, αν και πολλοί θεωρούν ότι το καλύτερο είναι, εξίσου χαρακτηριστικά, η μελέτη του για τον Ντοστογέφσκι. Όλα αυτά τα βιβλία είναι γραμμένα με συναρπαστικό τρόπο, γιατί ο συγγραφέας τους ακολουθεί μια αρχή την οποία διατυπώνει τέλεια στη συνέντευξή του στο Διαβάζω: «Δεν υπάρχει κάποιο πνευματικό ζήτημα που να μην μπορεί να εκτεθεί δραματικά - ακόμα και ένα πρόβλημα γεωμετρίας». Δραματικό δεν είναι μόνο το σχέδιο ανάπτυξης, αλλά και το ύφος: ο Παπαγιώργης αποφεύγει σχολαστικά την ξεθυμασμένη φρασεολογία του κοινόχρηστου λόγου, άλλο τόσο σχολαστικά όμως αποφεύγει την αφηρημένη, πομπώδη αλλά άσαρκη ακαδημαϊκή ορολογία, και η γλώσσα του έχει πολύ συχνά μια διαβρωτική λαϊκή εκφραστικότητα. Με τέτοια εκθαμβωτικά συγγραφικά προσόντα, βέβαια, ήταν μάλλον επόμενο να προσεχτεί λιγότερο ο «σκληρός πυρήνας» της σκέψης του Παπαγιώργη.

H οποία σκέψη επικεντρώνεται στις σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς, στην «ανάποδη των ανθρώπων». Οι ίδιοι οι τίτλοι ή υπότιτλοι των πρώτων «γνήσιων» έργων του είναι ενδεικτικοί: Περί μέθης, Το πάθος της ζηλοτυπίας, Οι ξυλοδαρμοί ή Μισανθρωπίας προλεγόμενα. Ουσιαστικά ο Παπαγιώργης βυθοσκοπεί το Κακό, και καλά κάνει. Όπως λέει ο ίδιος, «η ευτυχία δεν έχει βαθύτητα», γι\' αυτό η σημαντική λογοτεχνία δεν ασχολείται μαζί της (κάτι για το οποίο παραπονιόταν, άδικα όμως, προς το τέλος της ζωής του ο αγαπημένος φίλος του Παπαγιώργη Χρήστος Βακαλόπουλος). Οι ανομολόγητες, οι αθέμιτες παρορμήσεις της ανθρώπινης ψυχής κρύβουν βασικότερες, συμπαγέστερες και σταθερότερες αλήθειες για τη φύση της, όσο δυσάρεστο και αν είναι αυτό. Ο λάθος δρόμος στη ζωή είναι ευεργετικός για τη δουλειά του συγγραφέα επειδή περνάει ακριβώς μέσα από τέτοιες αλήθειες, τις οποίες η ρηχή συνείδηση αγνοεί και η αχρεία συνείδηση δεν μπορεί να δει, γιατί τις ενσαρκώνει.

O Παπαγιώργης, όμως, μοιάζει να το πάει πιο μακριά. «Ποτέ δεν πίστεψα», λέει, «ότι ένας άνθρωπος εννοεί πράγματι αυτό που λέει, ή ότι αισθάνεται πράγματι αυτό που αισθάνεται. H συνείδηση δεν έχει ουδεμία σχέση με την ευθύτητα». Σ' αυτό αναγγέλλεται όχι απλώς μια δυσπιστία, αλλά μια σχεδόν ιδεοληπτική άρνηση της δυνατότητας για επικοινωνιακή ειλικρίνεια, η πεποίθηση ότι πίσω από κάθε τι που φαίνεται θετικό και ευγενές κρύβεται κάτι αρνητικό και ευτελές, ότι το Κακό είναι η μόνη αλήθεια στον κόσμο και όλα τα άλλα αποτελούν «παρελκυστικές κινήσεις, ψυχικά μασκαρέματα».

Από εδώ ως τον κυνισμό δεν μένει παρά ένα βήμα. Έγραψα παλιότερα ότι στον Παπαγιώργη διακρίνει κανείς έναν κάποιο κυνισμό και μια αφ' υψηλού αντιμετώπιση της ανθρώπινης αγωνίας. Κομμάτι σοφότερος στο μεταξύ κι εγώ, αποσύρω εκείνο το «αφ' υψηλού» κ.λπ., γιατί ένας πονεμένος άνθρωπος (ο Παπαγιώργης είναι πολύ πονεμένος) δεν βλέπει ποτέ αφ' υψηλού τους άλλους, κι επιμένω για τον κυνισμό, διευκρινίζοντας όμως ότι το βήμα του Παπαγιώργη προς αυτόν μένει μετέωρο. Ο κυνικός είναι ένας απελπισμένος που θέλει να εκδικηθεί την πραγματικότητα προσπαθώντας να φαίνεται χειρότερός της. Ο Παπαγιώργης, για την ώρα, κάνει απλώς πως δέχεται τους όρους της: συμπεριφέρεται συμβατικά.
Δεν θέλω, ούτε είμαι σε θέση, να κάνω το ψυχογράφημά του (άλλωστε, ελάχιστα τον γνωρίζω προσωπικά). Υποπτεύομαι, όμως, πως εδώ βρίσκεται, τουλάχιστον κατά ένα μέρος, η εξήγηση της παράδοξης, για έναν άνθρωπο με τέτοια φιλοσοφία, προσήλωσής του στις παρέες και στις εξωστρεφείς διασκεδάσεις. Έτσι τείνω να εξηγήσω επίσης την, όχι λιγότερο παράδοξη, στροφή του προς τον ελληνικό «αυτοχθονισμό», η οποία εγκαινιάζεται συγγραφικά το 1997, με τη μελέτη του για τον Παπαδιαμάντη, και συνεχίζεται με τα δύο πρόσφατα δοκίμιά του για την Ελληνική Επανάσταση.

Εκείνο που τράβηξε τον Παπαγιώργη στον Παπαδιαμάντη δεν είναι η ορθοδοξία, αλλά το πνεύμα της μικρής κοινότητας, όπως την περιγράφει ο Σκιαθίτης. Μιας κοινότητας όπου οι μικρές ανθρώπινες αδυναμίες αντιμετωπίζονται με επιείκεια και κατανόηση, ενώ οι μεγάλες αμαρτίες είναι αδιανόητες, γιατί είναι άγνωστη η ύβρις της εξατομικευμένης συνείδησης, της απομάκρυνσης από το κοινοτικό ήθος. Ο Παπαγιώργης πιστεύει, μαζί με τον Τέλλο Άγρα, ότι ο Παπαδιαμάντης ήθελε έναν «ελληνισμό χωρίς εθνισμό», δηλαδή μια ιθαγενή ταυτότητα χωρίς εθνική ιδεολογία. H Επανάσταση του 1821 υπήρξε μια καταστροφή (ιστορικά αναπόφευκτη), γιατί, με μοχλό το ιδεολόγημα της αποκατεστημένης επαφής με τον πολιτισμό των «αρχαίων ημών προγόνων», προώθησε στη θέση του υγιούς ιθαγενούς κοινοτισμού ένα κράτος κακέκτυπο των δυτικών εθνικών κρατών και στη θέση του αυθεντικού ντόπιου ανθρώπου έναν τύπο Έλληνα που ήταν και παραμένει καρικατούρα του Ευρωπαίου πολίτη.

Εδώ ο Παπαγιώργης μπερδεύεται κάπως, ακριβώς επειδή παραείναι έξυπνος και σκεπτικιστής για να μην υποψιάζεται πως και αυτή η θέση αποτελεί ιδεολόγημα. Αν ο ιθαγενής κοινοτισμός ήταν τόσο υγιής, γιατί ήταν ιστορικά αναπόφευκτο να σαρωθεί; Ο Παπαγιώργης οργίζεται μεν για την απαξιωτική στάση που διαμορφώθηκε απέναντι σε κάθε τι το ντόπιο, για την περιφρόνηση προς τον «ρωμιό» ως άνθρωπο πέμπτης κατηγορίας, ως τουρκομαθημένο υπάνθρωπο. Αλλά όταν ο Κωνσταντίνος Θέμελης τον ρωτάει μήπως αυτή είναι η αλήθεια για τον ρωμιό, απαντάει: «Πιθανότατα».

Προσθέτει, βέβαια, ότι «τότε με ευρωπαϊκά εμβόλια και καταβολάδες δεν φτιάχνεις κοινωνία». Τι γίνεται, όμως, αν πρέπει να τη φτιάξεις, γιατί δεν έχεις άλλη ιστορική επιλογή; Με τέτοιες καταβολάδες και με αντίστοιχα ιδεολογήματα φτιάχτηκαν αρκετά άλλα έθνη που προχώρησαν περισσότερο από εμάς, τόσο ώστε να μην έχουν πια ανάγκη τη διαρκή αναφορά στους ιδρυτικούς μύθους τους. Ο ίδιος ο Παπαγιώργης, μιλώντας στο Διαβάζω για τον προτεσταντισμό, λέει ότι ήταν μια επανάσταση ανυπολόγιστα μεγαλύτερη από τη γαλλική, διότι «στρέφει τον άνθρωπο προς την εργασία και του χαρίζει ένα αχανές αυτεξούσιο, [οπότε] αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε γιατί οι προτεστάντες πρόκοψαν τόσο πολύ, ενώ οι ορθόδοξοι της Ανατολής - στη Ρωσία για παράδειγμα - παγιδεύτηκαν». Όχι μόνο στη Ρωσία, αλλά και στην Ελλάδα του Παπαδιαμάντη.

Πρόκειται ακριβώς για το πρόβλημα που συνειδητοποίησε ο Στέλιος Ράμφος, και προσπαθεί από τότε να βρει στην ορθόδοξη παράδοση στοιχεία που θα μπορούσαν να ευνοήσουν έναν επαναστατικό πνευματικό αναπροσανατολισμό ανάλογο εκείνου που επέφερε ο προτεσταντισμός. Ο Παπαγιώργης αντιλαμβάνεται πολύ καλά το δίλημμα, όπως δείχνουν οι αντιφατικές δηλώσεις του που παρέθεσα. Αλλά ανάμεσα σε δύο ιδεολογήματα, ένα εκσυγχρονιστικό κι ένα παραδοσιοκρατικό, προτιμά εκείνο που δεν αφήνει περιθώρια για επικίνδυνες περιπλανήσεις μιας ξεμοναχιασμένης συνείδησης, από τις οποίες τόσα και τόσα τράβηξε ο ίδιος. Αυτό είναι το σημείο συμβολής της προσωπικής περιπέτειάς του με τις περιπέτειες των ιδεών στη σύγχρονη Ελλάδα.


Το είπα και πρόσφατα, με αφορμή αυτό το βιβλίο: σημασία δεν έχει τόσο τι λένε οι άνθρωποι όσο γιατί το λένε. Οι απαντήσεις που δίνει ο Παπαγιώργης έχουν λιγότερη σημασία από τη γενεαλογία των ερωτήσεων τις οποίες αναγκάστηκε να θέσει στον εαυτό του. Και κανένας Έλληνας στοχαστής δεν μίλησε ως τώρα με τόση παρρησία, τόση διεισδυτικότητα και τόση μαεστρία για ένα τόσο πολύπλοκο και τόσο ερεβώδες θέμα

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2016

ΕΚΑΝΑ ΕΝΑ ΤΥΠΟΓΡΑΦΙΚΟ, ΑΝΤΙ ΓΙΑ ΒΗΜΑ ΕΓΡΑΨΑ ΒΛΗΜΑ (τι νόημα έχουν όλα αυτά;):

Δυσκολεύομαι να σκηνοθετήσω μια ένθεη: Η Μπλανς Επιφανί χαμογέλασε από εκεί που τις παρακολουθούσε. Παρθένος και γυμνή, ως συνήθως, πηδιόταν με έναν πύραυλο βανίλια-σοκολάτα. «Είναι αυτό που λέμε λιώσε», σκέφτηκε μουρμουρίζοντας μια μουσική του Μάνου Χατζιδάκι… Χτες τη νύχτα, γύρω στις τρεις παρά, δεν είχα ύπνο. Πήγα και βρήκα το Γιώργο που ήταν κι αυτός ξύπνιος και με μετέφερε σε μια σκηνή όπου ήταν μεσημέρι. Αρχίσαμε να κάνουμε αεροπλανάκι κατεβαίνοντας την πλευρά ενός λόφου που κατέληγε σε μια λίμνη. Απόρησα με την ελαφρότητα των σωμάτων μας. Παρόλο που τρέχαμε ήταν σαν να πετάμε. Μετά ανακαλύψαμε μια συναυλία του Νίκου Παπάζογλου, στην οποία μπήκαμε συνεχίζοντας το αεροπλανάκι. Ήταν ωραία, μόνο που ο Νίκος έλεγε όλα τα τραγούδια μισά…  Βρίσκω πως οι φωτογραφίες του Araki είναι ό, τι πιο εκλεπτυσμένο υπάρχει στο χώρο της ερωτικής φωτογραφίας παγκοσμίως: Κορίτσια με σκοινιά, αγόρια εν στύσει, αγοροκόριτσα εν εξάρσει. Λουλούδια!.. Μετά φύγαμε από την εικόνα που έκανε μεσημέρι και γυρίσαμε σπίτι, όπου… [σκόρπιες αποστροφές από το Ιστολογιο ΤΡΕΙΣ ΕΥΧΕΣ και ΚΑΤΑΙΔΡΩΜΕΝΕΣ - ART by ARAKI]



ΟΠΟΥ ΑΡΧΙΣΑ ΝΑ ΤΡΩΩ ΚΑΤΙ ΠΙΤΣΕΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ ΨΩΝΙΣΕΙ Η ΒΟΥ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΒΡΑΔΙΝΟ
3. Κατά τις τρεις και, αφού τελείωσε η βόλτα, με θέρισε η πείνα. Σκέφτηκα να σηκωθώ και να πάω να φάω μακαρόνια με κιμά. Για αντιπερισπασμό με έβαλα να σκεφτώ πώς φτιάχνεται ο κιμάς βήμα προς βήμα κι έτσι δεν σηκώθηκα. Ο αυτοεκβιασμός είναι πολύ μεγάλο πράγμα.

5. Ένα καλοκαίρι, Αύγουστος μάλλον, βρισκόμουν στο σπίτι των γονιών μου. Εκείνοι ήταν στην αυλή και συζητούσαν με κάτι θείους μου. Ήταν η εποχή που δεν είχαν χτυπήσει ακόμα οι συμφορές και όλα ήταν ωραία. Μια ξαφνική ημικρανία με έκανε να διπλωθώ στα δύο. Η μάνα μου έλεγε πως ήταν μάτι και μου έκανε βουντού. Εγώ είχα μεταμορφωθεί σε Τζακ Νίκολσον με το τσεκούρι, μέχρι που στο τέλος το τσεκούρι προσγειώθηκε στο κεφάλι μου και έγινα ο τσακισμένος Τσακ. Τίποτα καλύτερο για τις ημικρανίες από έναν βαθύ, κενό ύπνο.

7. Το τέλος του κόσμου θα έρθει όταν θα αρχίσει να μετατοπίζεται η Αυστραλία στο χάρτη. Εκείνη την ώρα θα βρίσκομαι σε ένα ζαχαροπλαστείο και θα ψωνίζω αμυγδαλωτά. Η πωλήτρια θα μου λέει πόσο συμπαθητική με βρίσκει ενώ κάτω από τα πόδια μας θα έχουν ήδη αρχίσει να κυλάνε τα νερά του Ινδικού ωκεανού.

8. «Έχω ξεμείνει από φαντασιώσεις», είπε η κοπέλα στην τσατσά κι εκείνη βάλθηκε να την συνετίσει. «Υπάρχει κάτι πιο διεγερτικό από το να πηδιέσαι σε ένα μπουρδέλο;», την ρώτησε αυστηρά και της έριξε μια ξυλιά στον κώλο.
10. Τι νόημα έχουν όλα αυτά κανείς δεν ξέρει

Οι λέξεις που έντυσαν την εικόνα των στοχασμών είναι από το ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ 3 ευχές και καταϊδρωμένες: http://thethreewishes.wordpress.com/  με μια εικαστική σύνθεση ανάμεσα στις λέξεις να εγκιβωτίζει ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ΧΡΩΜΑΤΩΝ ΟΥΡΑΝΟΥ  

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

ΔΕΝ ΘΑ ΣΥΝΑΝΤΗΘΟΥΜΕ ΠΟΤΕ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΣΤΙΧΟΥΣ:

«Δεν θα συναντηθούμε ποτέ ανάμεσα σε δύο στίχους του Μπωντλαίρ, δεν θα περιμένουμε ποτέ το ίδιο λεωφορείο κάτω από μια αφίσα των Coil, δεν θα είμαι το κορίτσι με το πράσινο κασκόλ που διασχίζει την Αιόλου βιαστικά. Δεν θα φωνάξουμε τα ίδια συνθήματα κάτω από την ίδια σημαία. Δεν θα γράψουμε ποτέ κάτι με μαύρη μπογιά σε έναν τοίχο. Δεν θα ανταλλάξουμε παράφορα φιλιά κάτω από τη λάμπα ενός πάρκου. Δεν θα με ακούσεις ποτέ να μουρμουρίζω τις νύχτες, δεν θα μάθω πώς μυρίζεις όταν βγαίνεις από το μπάνιο. Δεν θα δω ποτέ πώς τρως τα μακαρόνια σου, δεν θα ανακαλύψεις πού κρύβω τις ενοχές μου. Δεν θα ακούσω πώς προφέρεις το λάμδα όταν μεθάς, δεν θα αισθανθείς ποτέ τη θερμοκρασία του ώμου μου ένα καλοκαιρινό μεσημέρι δίπλα στη θάλασσα. Δεν θα δεις ποτέ τα μάτια μου να βουρκώνουν, δεν θα σκύψω πάνω σου τρυφερά. Δεν θα μάθω ποτέ τι λες όταν παραμιλάς στις 2.30 τα χαράματα, δεν θα μάθεις ποτέ αν έκανα εκείνο το τατουάζ κι αν με πόνεσε η βελόνα. Δεν θα βραχούμε ποτέ μαζί κάτω από την ίδια καταιγίδα, δεν θα τρέξουμε στα στενά για να γλιτώσουμε από τον ίδιο τρόμο. Δεν θα ομολογήσουμε ποτέ τι ώρα είναι μέσα στο μυαλό μας. Δεν θα παρατηρήσεις την επόμενη ρυτίδα μου, δεν θα μετρήσω τις καινούριες άσπρες τρίχες στα μαλλιά σου. Δεν θα μετρήσουμε τα κύματα μιας κόκκινης θάλασσας έξω από το Φες, δεν θα έχουμε κοινό κλειδί για όλες μας τις πόρτες. Δεν θα με βοηθάς να μεταμορφώνω τα ψέματα σε αλήθειες, δεν θα περιμένω κοιτώντας το ρολόι μέχρι να φανείς. Δεν θα ενώσουμε ποτέ τη θέα από τα παράθυρά μας, δεν θα σπάσουμε το κινέζικο σερβίτσιο πάνω στον καυγά. Δεν θα κοιτάξουμε ποτέ στα μάτια το παιδί μας. Δεν θα υποδυθούμε ποτέ τους αμέτρητους ρόλους μας, δεν θα με πεις «αγάπη μου», δεν θα βουλιάξουμε ποτέ μέσα στο ίδιο όμορφο καράβι».



Αυτά είπε το σκιάχτρο με το κίτρινο φουστάνι και τα μακριά μαλλιά στον ξύλινο Εσταυρωμένο που στεκόταν δίπλα του. Εκείνος δεν απάντησε. Γύρω τους, το χωράφι ήταν γεμάτο ώριμα σπαρτά, κάτι μαύρα κοράκια πετούσαν πιο κει κυκλώνοντας το κουφάρι μιας άτυχης χελώνας. Ο ουρανός ήταν καθαρός. Το σκιάχτρο ζούσε σε κείνο το χωράφι πολύ καιρό. Τον Εσταυρωμένο τον είχαν καρφώσει εκεί την προηγούμενη νύχτα οι τρεις ξένοι που λήστεψαν την εκκλησία του χωριού και έβαλαν φωτιά στο ταχυδρομείο.
«Κοίτα τους πώς μοιάζουν», είχε πει ο μεγαλύτερος, παρατηρώντας τα ανοιχτά τους χέρια πάνω στα ξύλινα στηρίγματα.
«Σαν δυο σταγόνες νερό», είχε γελάσει ο μικρός ρίχνοντας μια κλωτσιά τη βάση του Εσταυρωμένου.
«Τώρα έγιναν ζευγάρι. Ο Εσταυρωμένος και το Σκιάχτρο», είχε συνεχίσει το δωδεκάχρονο κορίτσι που τους ακολουθούσε παντού και μετά συνέχισε να τρώει τα νύχια του με μανία.
Το επόμενο πρωί, στη μέση του χωραφιού, τέσσερα χέρια απλώνονταν ορθάνοιχτα στον ορίζοντα και τέσσερα πόδια παρέμεναν δεμένα στη βάση ενός ξύλου. Εις διπλούν. Κανείς δεν φάνηκε να προσέχει τον καινούριο κάτοικο ανάμεσα στα στάχυα. Τα αυτοκίνητα διέσχιζαν τον κάμπο σηκώνοντας σκόνη στον χωματόδρομο, τα κοράκια και οι μάινες τσιμπολογούσαν εδώ κι εκεί. Όλα συνεχίζονταν κανονικά.
Η σκιά των δύο συγκατοίκων πάνω στη γη ήταν το μόνο που άλλαζε καθώς περνούσαν οι ώρες και μετατοπίζονταν ο ήλιος στον ουρανό.

Ο τρόπος που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως, κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα: 
Η γυναίκα κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φεγγάρι είχε ήδη αρχίσει να πλησιάζει πολύ. Στηρίχτηκε στο κούφωμα της μπαλκονόπορτας με ανοιχτά χέρια και πόδια, και περίμενε έτσι όπως περιμένουμε ένα μεγάλο κύμα μέσα στη βάρκα ή έναν μετασεισμό. Ο ουρανός γύρω από το κτίριο φωτιζόταν ήδη από την υπερφυσική λάμψη του ιπτάμενου πλανήτη. Το σκοτάδι έμοιαζε με κάτι άγνωστο, είχε σχεδόν αλλοιωθεί. Η νύχτα είχε γίνει απόσπασμα φωτός, ο αέρας μετακινούνταν σπασμωδικά ξεσηκώνοντας φύλλα και σκουπίδια. Η εικόνα έμοιαζε να ανασαίνει.
 «Θα έρθει τελικά. Τι αγωνία», σκέφτηκε και ένας έκτακτος παλμός της τάραξε την καρδιά.
Το φεγγάρι βρισκόταν πια σε απόσταση αναπνοής. Στύλωσε το βλέμμα της και παρατήρησε την ανώμαλη γρανιτένια επιφάνεια που πλησίαζε. Μικροί γκριζόμαυροι κρατήρες χάλαγαν την όποια αρμονία υπέθετε κανείς κοιτώντας το από μακριά. Το φεγγάρι ήταν αλλιώτικο από αυτό που έδειχνε από την ασφαλή απόστασή του. Μια πέτρινη μάζα χωρίς την παραμικρή γοητεία. Η ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας φαινόταν πια ολοκάθαρα, λουσμένη με ένα σχεδόν εκτυφλωτικό, ανοίκειο φως. Η γυναίκα αναρωτήθηκε αν ο ήλιος θα συνέχιζε να το φωτίζει σαν προβολέας ακόμη κι όταν όλα γύρω του θα είχαν καταστραφεί. Και αν είναι φυσιολογικό όλα να αλλάζουν πρόσωπο όταν μας πλησιάσουν σε απόσταση αναπνοής.
Η πέτρινη μάζα πλησίασε με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έσπασε τις κεραίες του κτιρίου και τσάκισε ένα μεγάλο κομμάτι της τσιμεντένιας πλάκας. Συντρίμμια εκτινάχτηκαν ολόγυρα. Κρότοι χάλασαν τη σιωπή. Μια μυρωδιά από θειάφι απλώθηκε τριγύρω.
«Το φεγγάρι μυρίζει αποσύνθεση, είναι σκαμμένο από νεκρά ηφαίστεια και τρέχει σαν δαιμονισμένο», σκέφτηκε η γυναίκα σφίγγοντας τα δόντια της.
Έπειτα ο εκτροχιασμένος πλανήτης συνέχισε την κυκλική πορεία του αφήνοντας ξωπίσω του σοβάδες, κομμάτια τούβλων και τσαλακωμένα σύρματα. Η εικόνα έμοιαζε με σκηνή πολέμου.
Σε λίγο όλα ξανάγιναν φυσιολογικά. Στην ατμόσφαιρα απλώθηκε κάτι βίαιο και βιαστικό. Μια αίσθηση άγχους και μια αίσθηση κενού, κάπως υπερβολική και παγωμένη. Η γυναίκα σκέφτηκε πως αυτή η σκηνή θα μπορούσε να είναι καρέ κινηματογραφικής ταινίας και πως ήταν κρίμα που κανένας σκηνοθέτης δεν είχε προλάβει να την δει.
Μπήκε στο δωμάτιο, τράβηξε την κουρτίνα και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Κρύωνε και ήταν νευρική, η ανησυχία την εμπόδιζε να βολευτεί στο μαξιλάρι. Άπλωσε το χέρι της κι ακούμπησε την πλάτη του κοριτσιού που βρισκόταν δίπλα της. Άγγιξε έναν έναν τους σπονδύλους, όλη τη ραχοκοκαλιά. Ένιωσε τη θέρμη του ακίνητου σώματος να μεταδίδεται στα ακροδάχτυλά της σαν απτή αγάπη.
Το κορίτσι μετακινήθηκε απαλά, γυρνώντας προς το μέρος της. Η γυναίκα σκέφτηκε πως το μόνο άξιο πράγμα που είχε ποτέ ήταν κάτι τέτοιες θρυμματισμένες στιγμές όπου ένα ξέφρενο φεγγάρι ή ένα αιφνίδιο συναίσθημα κατάφερναν να διαταράξουν την κατά τ’ άλλα απολύτως ατάραχη ζωή της.
«Ήρθε το φεγγάρι; Κρίμα που το έχασα…», ψέλλισε μισοκοιμισμένο το κορίτσι.
Η γυναίκα χαμογέλασε και κοίταξε προς το παράθυρο. Έξω δεν υπήρχε τίποτα. Νύχτα σαν κενό μέσα από μια λεπτή κουρτίνα. Το φεγγάρι είχε γίνει απώλεια, ένα γεγονός χαμένο, μια σιωπή.
 Μετά ακούμπησε το βλέμμα στο σώμα που ξάπλωνε δίπλα της στο σεντόνι σε απόσταση αναπνοής. Ένα θαμπό φως, σαν κατάλοιπο της προηγούμενης λάμψης, έκανε τις μικρές καμπύλες να μοιάζουν με ουράνια σώματα. Ήταν λυπημένη με τον τρόπο που λυπούνται οι άνθρωποι όταν συνειδητοποιούν πως μόλις τους συνέβη κάτι που περίμεναν εναγωνίως, κι όμως ήταν άλλο από αυτό που νόμιζαν, και τώρα έληξε για πάντα.
 «Ήρθε, ναι. Πέρασε. Κοιμήσου τώρα, σε λίγο ξημερώνει», μουρμούρισε, και σκέφτηκε τα κομμάτια των σοβάδων, τα θρυμματισμένα τούβλα και τα λυγισμένα σίδερα στην ταράτσα της απέναντι πολυκατοικίας που είχε αφήσει πίσω του ο εκτροχιασμένος πλανήτης που όλοι οι μακρινοί νόμιζαν πως ήταν κατακίτρινος, όμορφος και σταθερός.
[ΕΣΤΑΥΡΩΜΕΝΟΣ και Ο ΤΡΟΠΟΣ ΠΟΥ ΛΥΠΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ, δυο κείμενα της Μαρίας Πετρίτση όπως αναρτήθηκαν στην τεθλασμένη Ψηφιακή Βιβλιοθήκη - artworks : Anja Millen]

Τρίτη, 19 Ιουλίου 2016

Εισιτήριο να πας ή να έρθεις

ΚΙ ΑΝ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ Σ’ ΕΝΑ ΜΑΚΡΙΝΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΕΙΝΑΙ ΠΙΑ ΞΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ; (η ζωή είναι μόνο πήγαινε αλλά αυτός πιστεύει στο έλα):

Όποιον γεννιέται σε χωριό τον μεγαλώνει ο ορίζοντας και τον παίρνει μαζί του κάποιο τρένο οποιοδήποτε απόγευμα. Μόνη του αποσκευή είναι μια βεβαιότητα: πως η ζωή είναι μακριά. Περνά την εφηβεία του κοιτώντας χάρτες, σύννεφα, νοσταλγώντας με πόνο μακρινά τοπία, γονατιστός μπροστά στη θεά Φυγή. Μέχρι που κάποια μέρα παίρνει ένα τρένο και φεύγει προς αναζήτηση της απόμακρης φωνής του, και της μητέρας του, από την οποία δραπετεύει για να μπορέσει να υπάρξει και έχει πάει στο σταθμό να τον αποχαιρετήσει, βγάζει ένα άσπρο μαντίλι και σκουπίζει τα δάκρυά της, φυσάει τη μύτη της, εγκαταλείπεται στο ρόλο της εγκαταλειμμένης μάνας τη στιγμή που το τρένο απομακρύνεται και την μετατρέπει σε μακρινό σημείο σε νιφάδα ενοχής που τον εκλιπαρεί: γύρνα. Και εκείνος βλέπει να πετούν ελιές, αμπέλια, ταύροι, άλλα χωριά, μέρες, χρόνια, σύννεφα στην οθόνη του παραθύρου. Διασχίζει χώρες και τοπία. Νοσταλγεί όλα όσα δεν θα συναντήσει. Και ζει δραπετεύοντας από τη μοίρα του, σκοντάφτοντας κάθε μέρα στην ίδια πέτρα, νιώθοντας ντροπή που νοσταλγεί όλα εκείνα που θέλησε να εγκαταλείψει. Να επιστρέψει κανείς ή να μην επιστρέψει: αυτή είναι η απορία, έτσι λένε, αλλά δεν είναι αλήθεια, αφού δεν υπάρχει ένα εκεί στο οποίο να επιστρέψει ούτε ένα εδώ όπου να αποφασίσει να μείνει. Μόνο το τρέμουλο του τρένου όπου αυτά γράφονται. Ακόμα δεν έχει φτάσει πουθενά αλλά, παρ’ όλα αυτά, στο μυαλό του τριγυρνάει ένα ρήμα: επιστρέφω, επιστρέφω, επιστρέφω… Επαναλαμβάνει τη λέξη μέχρι που ξεχνάει τι σημαίνει, όχι μόνο η λέξη αλλά το να την προφέρει συνέχεια έτσι, ξανά και ξανά. Η ζωή είναι μόνο πήγαινε αλλά αυτός πιστεύει στο έλα. Και θα επιστρέψει σ’ ένα χωριό που πλέον δεν θα είναι δικό του. Και θα επιστρέψει σε μέρη που πλέον δεν θα αναγνωρίζει, μέχρι που πια δεν θα ξέρει  τίποτα ούτε για τον εαυτό του ούτε για το πού ή γιατί επιστρέφει, και η επιστροφή θα μετατραπεί  σε φτερούγισμα δίχως φωλιά, σε μελαγχολική διαστροφή. Μέχρι που κάποια μέρα θα επιστρέψει για μια κηδεία που θα δώσει τέλος σ’ αυτό που δεν έχει. Όποιον γεννιέται σε χωριό  τον μεγαλώνει ο ορίζοντας και τον παίρνει μαζί του το τρένο οποιοδήποτε απόγευμα προς μια θάλασσα ενός άλλου κόσμου, προς έναν τόπο που δεν έχει σταθμό ή ένα σταθμό που δεν έχει τόπο. Είναι πλέον το τρένο, στο θρήνο του, στον παλμό του, αυτό που επαναλαμβάνει επιστρέφω επιστρέφω επιστρέφω, και εκείνος ακούει το ρήμα το ρήμα το ρήμα που γίνεται σιγά-σιγά σάρκα, που γίνεται σιγά-σιγά απόγευμα. Και ξαφνικά κάποιος του λέει πως έφτασε στον προορισμό του, που είναι και το τέλος της διαδρομής. Βγαίνει από το άδειο τρένο σ’ έναν έρημο σταθμό. Στο τέλος της αποβάθρας βλέπει τη μάνα του που κουνάει εκείνο το μαντίλι σαν να τον αποχαιρετούσε ενώ, αντίθετα, τον προσμένει εδώ και τόσα χρόνια. Αντιλαμβάνεται ότι έχει φτάσει σε μια πόλη απ’ την οποία κανείς δεν επέστρεψε ποτέ. Τα τρένα, δίχως αυτόν πια, συνεχίζουν και θα συνεχίσουν να πηγαίνουν και να έρχονται.

[Εισιτήριο να πας ή να έρθεις του Χουάν Βιθέντε Πικέρας - Απόδοση στα ελληνικά από τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο]

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

ΘΕΛΩ ΟΙ ΛΕΞΕΙΣ ΠΟΥ ΣΤΑΖΟΥΝ ΚΙ ΑΠΟ ΤΙΣ ΑΚΡΕΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΩΝ ΜΟΥ ΝΑ ΠΗΖΟΥΝ ΣΕ ΙΣΤΟΡΙΕΣ:

Οι λέξεις ήταν τότε πολύ πιο κοντά στην πρώτη τους συγκίνηση. Οι λέξεις ήτανε σύννεφα που έσταζαν άλλες εικόνες. Η λέξη άλσος π.χ. έκρυβε ένα ολόκληρο δάσος από νοερά πεύκα. Εν αρχή ήν ο λόγος: μήπως ο καθένας μας είναι το κρυφό του όνομα στο άπειρο λεξικό του Θεού; Εν αρχή ην η πράξη: μήπως ο καθένας μας είναι η πράξη που τον διαχωρίζει από μία αρχέγονη Ευκτική; Καμιά φορά, παίζοντας, στα όρια, με τον αυτιστικό εαυτό μου, λέω μήπως είμαστε όλοι ρήματα; Άλλος στην Ενεργητική, άλλος στην Παθητική φωνή (κι εγώ συχνά στους τετελεσμένους μέλλοντες). Ίσως η Ζωή μας, η Περίληψη του κόσμου μας, η Σκόρπια μας Δύναμη να συνοψίζεται σ’ ένα επιφώνημα Αχ! Ας μην δύσει ποτέ αυτός ο ήλιος… Γιατί λέω πως είμαι δεμένη με την Ελλάδα, όπως ο δολοφόνος με τον τόπο του εγκλήματος; Γιατί εδώ οι λέξεις συντελέσανε τους πρώτους φόνους των αντικειμένων. Γι’ αυτό εδώ πάντα ελπίζω να λειτουργήσουν σαν χάρτες, που θα οδηγήσουν πίσω, πριν από την Πρώτη Απώλεια και την Έλλειψη. Αν οι λέξεις είναι ένα «αναθεωρημένο πάθος», όπως λέει ο Elliot, εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι Μάγισσες που μου χάρισαν τις λέξεις άφησαν να πλανιέται στον αέρα ανάμεσά μας την υπόσχεση ότι αυτές οι λέξεις κάποτε θα με οδηγήσουν στα πρωταρχικά μου πάθη. Ίσως ακόμα και με τον τελευταίο αναστεναγμό που θα βγει από το στόμα μου. Έτσι κι αλλιώς, αυτές μου χάρισαν τις βίαιες, ανατρεπτικές μεταφορές «που ανακινούν τα πάθη» (Locne). Αυτές με έκαναν να ψάχνω μια γλώσσα πέρα από την καθημερινή, που Heidegger περιγράφει σαν ένα «εξαντλημένο ποίημα». Κάτι ανάμεσα στο τραύλισμα και στην ποίηση… [αποσπάσματα από ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΑΚΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ της Μαρίας Μήτσορα, από το βιβλίο της ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ, εκδόσεις Πατάκη 2006]



 «Με λένε Λέξη»... Έτσι συστήνεται η Μαρία Μήτσορα και συνθέτει μια αυτοβιογραφία σαν «μαύρο» παραμύθι, που γοητεύει με την αλχημεία των λέξεων και υπαινίσσεται πολύ περισσότερα απ όσα ομολογεί «Από μικρή πιπιλούσα τις λέξεις, προσπαθώντας να πιαστώ απ αυτές σαν να ήταν σωσίβια». «Επειδή με λένε Λέξη, οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα». «Θέλω οι λέξεις που στάζουν κι από τις άκρες των δακτύλων μου να πήξουν σε ιστορίες, από τις οποίες να αναδύομαι ρευστή». Κείμενα που κινούνται ανάμεσα στο δοκίμιο που αφορά το εργαστήρι γραφής και στην αυτοβιογραφία. Ως αποτέλεσμα, Μήτσορα στην καλύτερή της ώρα, μαγική και μαγευτική, πρωτοποριακή, κλασική.

ΤΟ ΚΡΕΒΑΤΑΚΙ ΤΟΥ ΡΗΜΑΤΟΣ (από το βιβλίο της Μαρίας Μήτσορα ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ, Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ 2006)
Ο Αλέκος έφυγε για το κακό του ταξίδι. Εγώ έμεινα. Στην πόλη που και σήμερα έχει τις ίδιες συντεταγμένες, αλλά είναι πια ένα άθροισμα από διαφορετικές εικόνες. Τότε ακόμα υπήρχε ποτάμι, ήταν ακάλυπτος ο Ιλισός. Υπήρχαν παντού αλάνες, κήποι γεμάτοι μολόχες, πανσέδες, γλυσίνες, γιασεμιά, πασχαλιές. Υπήρχανε γέλια ατέλειωτα. Υπήρχε κι ένα ποτάμι δάκρυα.

Οι λέξεις ήταν τότε πολύ πιο κοντά στην πρώτη τους συγκίνηση. Οι λέξεις ήτανε σύννεφα που έσταζαν άλλες εικόνες (για να παραφράσω το Vigotsky). Η λέξη άλσος π.χ. έκρυβε ένα ολόκληρο δάσος από νοερά πεύκα. Εν αρχή ήν ο λόγος: μήπως ο καθένας μας είναι το κρυφό του όνομα στο άπειρο λεξικό του Θεού;
Εν αρχή ην η πράξη: μήπως ο καθένας μας είναι η πράξη που τον διαχωρίζει από μία αρχέγονη Ευκτική; Καμιά φορά, παίζοντας, στα όρια, με τον αυτιστικό εαυτό μου, λέω μήπως είμαστε όλοι ρήματα; Άλλος στην Ενεργητική, άλλος στην Παθητική φωνή (κι εγώ συχνά στους τετελεσμένους μέλλοντες). Ίσως η Ζωή μας, η Περίληψη του κόσμου μας, η Σκόρπια μας Δύναμη να συνοψίζεται σ’ ένα επιφώνημα Αχ! Ας μην δύσει ποτέ αυτός ο ήλιος.

Μέσα στο σπίτι όπου μετρούσαν τις αλλαγές του ύψους μου με μολυβιές στον τοίχο, υπήρχε ένα έπιπλο, που ακόμα με ακολουθεί σε κάθε μετακόμιση: η βιβλιοθήκη του πατέρα μου. Από μαόνι, με κρύσταλλα στις πόρτες, που τότε κλείδωναν. Αυτό το κλειδί το ονόμαζα το Κλειδί του Παραδείσου. Πολλά από τα βιβλία μέσα ήταν γραμμένα σε ξένες γλώσσες, αλλά ορκιζόμουν πως μία μέρα θα τις ξεκλειδώσω. Κι έτσι ένιωθα πραγματικά, κάθε φορά που άρχιζα να μαθαίνω μια ξένη γλώσσα, σαν διαρρήκτης ένιωθα. Άρχισα ξεκλειδώνοντας τα Ελληνικά… Τα άπαντα του Καρυωτάκη, τα ποιήματα του Καβάφη… Έχω κηδεύσει όμως πολλές φορές το απαρέμφατο. Τι είναι το απαρέμφατο; Είναι το κρεβατάκι του ρήματος. Εκεί όπου το ρήμα αναπαύεται παίρνοντας δυνάμεις, ενώ απολαμβάνει τη διάρκεια. Το απαρέμφατο χάθηκε από τα Νέα Ελληνικά, γι’ αυτό πιστεύω, ένας εκνευρισμός μπάζει από παντού. Πιστεύω πως αυτή η απώλεια μας έχει ανυπόμονους και πρόχειρους.

Όταν το μυαλό μου είναι γεμάτο εικόνες της πόλης, όπως ήταν κι όπως είναι, θυμάμαι το ποίημα του Καβάφη: «Είπες θα πάω σ’ άλλη γη, θα πάω σ’ άλλη θάλασσα, μια πόλις άλλη θα βρεθεί καλύτερη απ’ αυτή… Δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό. Έτσι που τη ζωή σου ρήμαξες εδώ, στην κώχη ετούτη τη μικρή, σ’ όλη τη γη τη χάλασες». Όπως τις πόλεις, έτσι και τις ζωές μας τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε, τις φτιάχνουμε και τις χαλάμε. Είμαστε σαν είδος, οι πιο μανιώδεις μαστροχαλαστές του σύμπαντος.
Γιατί δεν έφτιαξα τη ζωή μου σε μία ωραιότερη πόλη, από αυτές που επισκέφτηκα; Γιατί λέω πως είμαι δεμένη με την Ελλάδα, όπως ο δολοφόνος με τον τόπο του εγκλήματος; Γιατί εδώ οι λέξεις συντελέσανε τους πρώτους φόνους των αντικειμένων. Γι’ αυτό εδώ πάντα ελπίζω να λειτουργήσουν σαν χάρτες, που θα οδηγήσουν πίσω, πριν από την Πρώτη Απώλεια και την Έλλειψη. Αν οι λέξεις είναι ένα «αναθεωρημένο πάθος», όπως λέει ο Elliot, εγώ εξακολουθώ να πιστεύω ότι οι Μάγισσες που μου χάρισαν τις λέξεις άφησαν να πλανιέται στον αέρα ανάμεσά μας την υπόσχεση ότι αυτές οι λέξεις κάποτε θα με οδηγήσουν στα πρωταρχικά μου πάθη. Ίσως ακόμα και με τον τελευταίο αναστεναγμό που θα βγει από το στόμα μου. Έτσι κι αλλιώς, αυτές μου χάρισαν τις βίαιες, ανατρεπτικές μεταφορές «που ανακινούν τα πάθη» (Locne). Αυτές με έκαναν να ψάχνω μια γλώσσα πέρα από την καθημερινή, που Heidegger περιγράφει σαν ένα «εξαντλημένο ποίημα». Κάτι ανάμεσα στο τραύλισμα και στην ποίηση.

Εν τω μεταξύ η ζωή περνάει. Ας πάρουμε τη λέξη ζωή κι ας φανταστούμε μια ζωή να ξεδιπλώνεται σαν χάρτης παράδοξος, μ’ ένα μονοπάτι  που αμυδρά διακρίνεται, να περνάει μέσα από γκρεμισμένες αψίδες παλιών θριάμβων, πλάι σε αγάλματα αρχαίων θεών που τώρα τα σκαρφαλώνουν πλάσματα σχεδόν άμορφα, οι ξεχασμένες λατρευτικές λέξεις.
Παρακάτω, να! ένας χείμαρρος! αυτός που μας χωρίζει στα δύο. Και από πάνω του μία γέφυρα, ελαφριά κι επικίνδυνη, από καλάμια ίσως, που ίσως κάποτε να μας ενώσει. Ας πούμε πάλι πως όλα τα τοπία είναι τοπία της ψυχής. Τώρα, σ’ ένα πάρκο, μ’ ένα ηλιακό ρολόι, φτιαγμένο από πανσέδες κι ένα κομμάτι μάρμαρο, κάθεται σ’ ένα παγκάκι ένας ηλικιωμένος κύριος. Προσπαθεί, λύνοντας σταυρόλεξο, να βρει στα ελληνικά μία λέξη από πέντε γράμματα που αρχίζει από Φ. Τι κοιμάται κάτω απ’ το κρεβάτι μας; Κι ακόμα και στον ύπνο μας ροκανίζει τη ζωή; Ο Φόβος, καμιά φορά κρυμμένος κάτω απ’ το κρεβάτι μας, ψιθυρίζει το όνομά μας. Τα χειρότερα είδη φόβου είναι ο φόβος για την ελευθερία και για τη ζωή. Κι όμως, υπάρχει μία Δεύτερη Παρουσία που έχουνε τα πράγματα, λίγο πριν ή λίγο μετά τον ύπνο, λίγο λοξά απ’ τη ζωή μας, που συνεχίζει να πλέκεται με τη δική μας, αναιρώντας τις απώλειες που σημειώνονται στην Πρώτη Παρουσία. Υπάρχει κι ένα κρυμμένο κείμενο που υφαίνεται παράλληλα με το φανερό, όπου στις λέξεις παραμονεύει μία σχέση πριν και μετά την απώλεια του αντικειμένου, και την καταργεί.

Ο Λόγος, όταν εμπεριέχει Θεϊκή Ανάσα, είναι μια ιερή φλόγα που φωτίζει την  κάθε λέξη, κάνοντάς την ζωοφόρα και απόλυτη. Και όλες οι λέξεις μαζί, είναι αναμμένες, ρίχνουνε φως στο χρόνο που μας έχει διατεθεί. Υπάρχουν και τα σκοτεινά νοήματα που δεν πρέπει να προφέρονται, γιατί δεν προσφέρονται για σύγκλιση, αλλά για απόκλιση, για ψυχρή απομάκρυνση, συντριβή και καταστροφή.
Από μικρή πιπιλούσα τις λέξεις, προσπαθώντας να πιαστώ από αυτές σαν να ήτανε σωσίβια, ψάχνοντας να βρω την πρώτη τους γεύση, το πρώτο τους άρωμα, τον πρώτο μου έρωτα για τα πράγματα της ζωής. Τι και πώς σημαδεύει τον καθένα; Πώς συγκεντρώνεται η ιδιαιτερότητά του; Αυτή που προϋπήρχε στην υλική, κυτταρική υποδομή, «ένα Εγώ οργανικά δυνατό» θυμάμαι να λέει κάπου ο Freud.

Η δική μου ιδιαιτερότητα θα έλεγα ότι συγκεντρώνεται σ’ αυτό το λεκτικό ποτάμι που κυλάει ανάμεσα σε μένα και στα πράγματα. Λέξεις στριφογυρίζουν συνεχώς στο μυαλό μου, προσπαθώντας να συντάξουν ιστορίες.  Επειδή με λένε λέξη, οι ίδιες οι λέξεις είναι συχνά πιο ισχυρές από τα θέματα. Σε πείσμα της παντοδυναμίας τους (σε πείσμα του απολεσθέντος αντικειμένου!), θέλω να δοκιμάσω σ’ αυτό το βιβλίο τη δική μου δύναμη. Τώρα που το θέμα είναι το γράψιμο κι όλο το προτασιακό αλλά και το συγκινησιακό Σύμπαν, θέλω να γράψω πολλές ιστορίες, σαν παραδείγματα. Ιστορίες –παραδειγματικές πυγολαμπίδες- που να φωτίζουν στιγμές της διαδρομής μου. Θέλω οι λέξεις που στάζουν κι από τις άκρες των δαχτύλων μου να πήζουν σε ιστορίες, από τις οποίες να αναδύομαι ρευστή.

Όλα τα μαθαίνουμε πολύ νωρίς. Όλες τις ιστορίες που γράφω τις έζησα, με έναν ακίνητο τρόπο, όταν ήμουν παιδί. Τις διάβασα σε ταβάνια. Τις είδα μέσα από τους τοίχους. Γι’ αυτό να μην βάζετε τα παιδιά σας να ξαπλώνουν υποχρεωτικά τα μεσημέρια: τότε αποκτούν μαντικές ικανότητες, τότε ανακαλύπτουν τις διαφάνειες των τοίχων. Σε κείνη τη βαθιά ακινησία, μαθαίνουν να ζουν μεταφορικά. Κινδυνεύουν να ξεχάσουν να περπατάνε, ενώ μπορεί να μάθουν να πετάνε. Όλα τα μαθαίνουμε πολύ αργά. Φαίνεται πως δεν κατάφερα ακόμα να μεγαλώσω αρκετά, γι’ αυτό εξακολουθούν να με απασχολούν τα ταβάνια κι οι γραμμές που βλέπω – θυμάμαι – φαντάζομαι καθώς παρατηρώ στα ραγίσματα «γραμμές σε ανοιχτή παλάμη, της Ζωής και του Θανάτου. Γραμμές παράλληλες που ξαφνικά στρίβουν και συναντιούνται, άλλες που κόβονται, άλλες που σβήνουν και χάνεται η ζωή μου». (Σκόρπια Δύναμη)

Δεν ξέρω αν θέλω να ξεχάσω ότι όλοι οι τοίχοι είναι εν δυνάμει διάφανοι…
Η μητέρα μου και η υπηρέτρια μου έλεγαν, για να είμαι ήσυχη τα μεσημέρια, ότι το σημάδι από το παλιό κουρτινόξυλο, ψηλά πάνω απ’ το παράθυρό μου, ήταν το μάτι του Θεού. Κι άλλοτε πως στη διπλανή αυλή ζούσε σ’ ένα δωματιάκι ένας αστυνομικός, που μ’ ένα ειδικό μηχάνημα μπορούσε να με παρακολουθεί μέσα από τους τοίχους… Δεν έπαθα μανίες καταδίωξης… Απλώς, τυλιγόμουν με μια κόκκινη μεταξωτή εσάρπα, βάφοντας το παιδικό μου στήθος με κοκκινάδι, για να γοητεύσω το Θεό και τον αστυνομικό.
Για καλό και για κακό, βάζετε τα παιδιά σας να ξαπλώνουν υποχρεωτικά τα μεσημέρια, γι’ αυτό ποτέ δεν θα ξέρετε ποιον προσπαθούν να γοητεύσουν ενώ προσποιούνται τα κοιμισμένα. Όσοι όμως εξασκούνται στη γοητεία δυσκολεύονταν να μεγαλώσουν. Δυσκολεύονται καμιά φορά να ζήσουν, αφού η ζωή περιέχει και απογοήτευση. Επτά φορές πάνω και κι έξι φορές κάτω είναι η ζωή, όπως λένε οι βουδιστές. Η ζωή που… ψιθυρίζει… η ζωή… που ουρλιάζει. Θέλω να καταλάβω πότε τραγουδάει; Στον έρωτα τραγουδάει για λίγο, και μετά λαχανιάζει, μουρμουρίζει και σβήνει. Η ζωή ερωτεύεται πάλι και πάλι τις πιο αρχαίες πληγές της, για να τις σβήσει σβήνοντας.

Οι ήρωες της Μαρίας Μήτσορα συνήθως λογοδοτούν στη γεωμετρία του ΤΥΧΑΙΟΥ, στη μεταφυσική του ΤΙΠΟΤΑ, στην ποίηση του ΛΑΧΤΑΡΩ. Το ίδιο πράττει και η ΜΕ ΛΕΝΕ ΛΕΞΗ σ’ αυτή την παραβατική μυθιστορηματική αυτοβιογραφία της. Περιφέρεται, εντός και εκτός σελίδας, μ’ ένα ανικανοποίητο αίσθημα αποχαιρετισμού ερώτων (διάβαζε: εξημερωμένων θανάτων), ταξιδιών (λαβύρινθων αυτοπαρατήρησης) ιστοριών (μασκαρεμένων σιωπών). Η γραφή της Μήτσορα βυθίζει τον αναγνώστη, με ανελέητο μαύρο κέφι, στο παραδεισένιο μηδέν του ξανακερδισμένου εαυτού [από το ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΛΟ του βιβλίου]