Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

GAME OVER: Ο πρίγκιπας, η ξυπόλυτη γκόμενα κι ο κλέφτης που χάνει τις γόβες σ’ ένα παιχνίδι που τρέχει στο χρόνο

Ο πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Και τότε δυο πόδια με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν όπως ένας Dalton με γόβες…  Και οι τρεις όμως ξέρουν από πριν ότι στις δώδεκα ακριβώς το παιχνίδι τελειώνει… (ενώ με ΚΛΙΚ εδώ αρχίζει το γνωστό παραμύθι στην εκδοχή που η φαντασία του Πέτρου Βερβερή είδε την Γκόμενα να καλπάζεi ευχαριστημένη, όταν πια τα ξυπόλητα πόδια  ταίριαζαν με τις  οπλές  του γαϊδάρου – Στη φωτογραφία η συνταγή για Γοβάκια Σταχτοπούτας]


 Και οι τρεις ξέρανε από πριν, ότι στις δώδεκα το παραμύθι τελειώνει και η γυαλιστερή λίμο θα μεταμορφωθεί σε γαϊδούρι. Κι η Γκόμενα ανέβηκε πρώτη πάνω πετώντας τις γόβες στο δρόμο. Πες το χυδαιότητα, πες το αμαρτία. Όπως κι αν το πεις, ένα είναι σίγουρο. Πως όταν η Γκόμενα πετάξει τα γοβάκια της ενισχύει τον ρόλο του πρίγκιπα – κάτι σαν διαμαρτυρία. 

- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;

Ο Πρίγκιπας καβάλα σε μια μηχανή γυρίζει τον κόσμο να ψάξει την ξυπόλυτη. Οι γόβες σχεδόν αφόρετες. Αφόρητες στα χέρια του, άκομψες στα πόδια της. Χιλιάδες δάχτυλα ποδιών, όπως τα πόδια μιας αράχνης, κοιτάζουν τον Πρίγκιπα, του κλείνουν το μάτι και του λένε προκλητικά: «Έλα». 

Ένα μεθύσι απίστευτο ξεκινά κάπου εδώ στην ιστορία.
- Πόσες ώρες μένουν ακόμη;

Τα μάτια του Πρίγκιπα γυαλίζουν κι η λάμψη δεν τον αφήνει να εστιάσει στα υποψήφια πόδια. Τώρα η αράχνη παίζει μαζί του, τον χαϊδεύει, τον γαργαλάει, τον τσιμπάει κι αυτός μεθάει όλο και πιο πολύ κι αφήνει την τσάντα με τις γόβες εκεί κάτω που τις άφησε κι η Γκόμενα.

Και τότε δυο πόδια, με τρίχες και κάλλους μπαίνουν στα γοβάκια κι αρχίζουν να τρέχουν. Όπως ένας Dalton με γόβες. 
Τρέχει. Τρέχει να προλάβει να εξαργυρώσει έστω τη μία για να ’χει να ζήσει το υπόλοιπο. Τρέχει απέναντι στο χρόνο. Κι ο χρόνος τρέχει μαζί του. Τρέχει όλο και πιο πολύ. Τρέχει να ξεχάσει. Τρέχει να προδώσει. Τρέχει να ματώσει. Τρέχει, τρέχει, τρέχει, τρέχει…

- Πόσες ώρες μένουν ακόμη; 

Τρέχει και ρωτάει τους περαστικούς που δεν υπάρχουν. Τρέχει και φωνάζει στους περαστικούς. Τρέχει. Τρέχει. Τρέχει. Βρέχει. Κι είναι δύσκολο να τρέξει τον βρεγμένο δρόμο πάνω σε δυο γόβες. Αρχίζει να λυπάται που ο χρόνος τρέχει και τελειώνει. Θέλει να κρατήσει την τελευταία άμμο της κλεψύδρας στα χέρια του, να την κάνει ό,τι νομίζει αυτός καλύτερο. Κι εκείνη τη στιγμή μια λίμο πετάει λασπόνερα έτσι όπως πήρε την στροφή και τον κάνει μούσκεμα από πάνω μέχρι κάτω. 
Η αράχνη ακόμα χαϊδεύει τον πρίγκιπα.

- Έμεινε καθόλου χρόνος; 

---GAME OVER---
Ο Πρίγκιπας δέχεται να πιεί το δηλητήριο της αράχνης μέχρι τέλους.
Ο Κλέφτης χάνει τις γόβες.
Η Γκόμενα καλπάζει πάνω στο ζώο ευχαριστημένη όσο ποτέ, τώρα που τα ξυπόλυτα πόδια της ταιριάζουν με τον γάιδαρο.

[ΠΗΓΗ:  Πέτρος Βερβερής, ΝΤΟΥέΝΤΕ http://duendemagazine.gr/ ]

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

ΣΕ ΜΙΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΑΔΙΕΞΟΔΑ:

… Και βγήκε στο μπαλκόνι εν μέσω επευφημιών, «πατριώτες, αγαπητοί συμπολίτες»…
«Έχουμε φέρει και τα παιδιά μας» ακούστηκε βροντώδης αντρική φωνή.
«Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά» – «έχουμε φέρει και τα σκυλάκια μας» τον διέκοψε άλλη βροντώδης φωνή…
«Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά, χαριτωμένα σκυλάκια» –
 «έχουμε και τις γάτες μας» ακούστηκε άλλη βροντώδης φωνή. Απτόητος και χαμογελαστός ο δικός σου συνέχισε: «Αγαπητοί συμπολίτες, πατριώτες, γλυκά μου παιδιά, γατούλες και σκυλάκια» –
 «έχουμε φέρει και τους αγαπημένους μας νεκρούς!»…
 Σιγά μην κωλώσει, προσφώνησε και τους νεκρούς, δίνοντας έτσι ένα μάθημα ψυχραιμίας, αυτοκυριαρχίας και ειρωνείας υψηλού επιπέδου. Ήταν μια μεγαλειώδης συγκέντρωση με ζητωκραυγές, νιαουρίσματα και γαβγίσματα, που έκαναν τους νεκρούς να θέλουν να ξαναπεθάνουν, αν πιστέψουμε ότι παρέστησαν πράγματι νεκροί. Και γιατί όχι; Σε μια Δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα!... Αναφώνησε δε ο Θεός απαυδισμένος: «Ρε, δεν πάτε όλοι σας να συνευρεθείτε (αλλιώς το είπε) μ’ έχετε πρήξει πια». Και φωνή τραχεία, εξίσου απαυδισμένη, απάντησε στα ίσα: «Να πας εσύ να συνευρεθείς» (άλλο ρήμα ακούστηκε)…  [απόσπασμα από το βιβλίο του Μάριου Πόντικα «Κουταμάρες (και μια εξυπνάδα)» - άλλη μια «ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ» από την Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 με ΚΛΙΚ στην «εξυπνάδα» του Γιώργου Καραϊσκάκη να εκδηλώνει το μίσος του προς τους εχθρούς με βρισιές αναφορικές της γενετήσιας πράξης ή απειλές αναγραφής αυτού του μίσους στην επιφάνεια των γεννητικών του οργάνων – Αντίστιξη ο πίνακας του Ντελακρουά ΕΛΛΑΔΑ που συνοδεύει αυτή την ανάρτηση)


 «Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου» 1826, Ευγένιος Ντελακρουά, εμπνευσμένος από την τρίτη πολιορκία. Ελαιογραφία σε καμβά, Μουσείο καλών τεχνών στη Μπορντό... 

ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΕΣ
Πράγματι, ο Καραϊσκάκης ήταν βωμολόχος. Οι βρισιές του έχουν μείνει στην Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και είναι χαρακτηριστικές για τη σεξουαλικότητά τους. Η γενετήσια πράξη ως απειλή, τα γεννητικά όργανα ως επιφάνειες αναγραφής του μίσους και της περιφρόνησής του για τους Τούρκους κλπ. Εκείνο όμως που δεν αναφέρεται, ούτε από τον ιστορικό Κασομούλη, είναι οι φοβερές βρισιές της μάνας του της Καλογριάς, από την οποία κόλλησε και το χούι του υβρίζειν χυδαϊστί. Εν τούτοις οι βρισιές του γιού αποτελούν αθώους αστεϊσμούς μπροστά στα αποτρόπαια μπινελίκια της μάνας του. Αποτρόπαια, εφιαλτικά, αβυσσαλέας και διεστραμμένης επινοητικότητας. Σύγκρυο και οξύς πυρετός κυρίευαν όποιον είχε την ατυχία να διαπληκτιστεί μαζί της, και μάλιστα βράδυ, χωρίς φεγγάρι μάλιστα. Όχι Τούρκος, ούτε Άγιος δεν τολμούσε να τις αντιπαρατεθεί. Ο Τούρκος πέταγε τα όπλα του και έτρεχε να κρυφτεί, ο Άγιος γύριζε την εικόνα του ανάποδα για να μην βλέπει και να μην ακούει την Καλόγρια. Ως και ο στρατηγός Καραϊσκάκης ντρεπόταν, όταν την άκουγε να βλαστημάει. Αμάν ρε μάνα, σ’ ακούει ο μπούτσος μου και μικραίνει, της έλεγε, όπως λένε αυτόπτες μάρτυρες, των οποίων τα λεγόμενα έφτασαν πες-πες μέχρι τα νεώτερα χρόνια. Είναι φυσικό λοιπόν να μην έχουν καταγραφεί αυτές οι κατασκότεινες βρισιές της Ζωής –αυτό ήταν το βαφτιστικό όνομα της Καλογριάς μητέρας. Μόνον ό,τι πρόλαβε να διασώσει η προφορική παράδοση, τι να διασώσει όμως, αφού το 1835 οι αντιβασιλείς Άρμανσμπεργ, Μάουερ και Έυδεκ διέταξαν –εν ονόματι του βασιλέως- να κόβεται η γλώσσα όποιου τολμούσε να κάνει λόγο για τα γαμοσταυρίδια της Ζωής Ντιμισκή –αυτό ήταν το πατρικό όνομα της αθυρόστομης Καλογριάς, να ’ναι καλά εκεί που βρίσκεται, παρέα με λυγερόκορμους καυλιάρηδες αρματολούς της ευχόμαστε και όχι με τίποτα νταουνιαρηδες διανοούμενους του εσαεί νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, με τίποτα λαϊφστυλάκηδες νεόπλουτους, δαφνοστεφανομένους κερατάδες, αγαθολούληδες ηθικολόγους –ο Θεός να μας συγχωρέσει. Αλλά ούτε ένα Δημοτικό τραγούδι για πάρτη της, γαμώ τους αποθησαυριστές της δημώδους ποιήσεως; Του Κίτσου η μάνα τραγούδι υπάρχει, και καλώς. Καλώς και του Λιβίνη, του Βλαχοθανασάκη, του Γιώτη, του Γιάννη του Στάθη, του Ζαχαράκη, της Λιάκαινας. Τη Ζωής της Καλογριάς, τίποτα; Της μάνας του Καραϊσκάκη, ρε γιαταγάνια του φαγητού;

[από το βιβλίο του Μάριου Πόντικα ΚΟΥΤΑΜΑΡΕΣ και μια ΕΞΥΠΝΑΔΑ, Α΄ τόμος, εκδόσεις Γαβριηλίδης 2012]

Δευτέρα, 12 Ιουνίου 2017

ΕΙΧΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ ΠΩΣ ΑΥΤΗ ΤΗ ΦΟΡΑ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΗΣ ΘΥΜΩΜΕΝΟ ΘΑ ΤΗΝ ΠΝΙΞΕΙ:

Τώρα, όσο κι αν λαχταρώ, δεν θα είμαι ποτέ πια Καθαρή απ’ αυτό που γεννιέται αδιάκοπα μέσα μου!.. Και κανείς δε δείχνει Έλεος σε κάποιον που ένιωσε έναν Έρωτα αταίριαστο, όπως της Φαίδρας. Το μόνο που μπορούν να σου επιτρέψουν είναι επιεικώς μια Ψύχωση, για να χαράσσεις τα βράδια τους μηρούς σου και να αφήνεις μαύρο το αίμα να κυλά, διώχνοντας τις ψυχές που μαζεύονται διψασμένες. Μία και μοναδική φορά βρήκα το θάρρος να την αναζητήσω Και τότε οι άλλοι, όλοι αυτοί οι ανυπόφοροι άλλοι, δεν με άφησαν. Είχαν ήδη αποφασίσει αν και πώς θα ζήσω. Γιατί, λένε, δεν έχω δικαίωμα στη μη-ζωή. Να καταβροχθίσω τον Άλλον ναι, αλλά όχι τον εαυτό μου Έτσι λοιπόν εκείνο το βράδυ, με τράβηξαν πίσω με το ζόρι, όπως τραβούν ένα μωρό που ’ρχεται ανάποδα κι έχει σκαλώσει στα σκέλια της μάνας του, πεισματικά αρνούμενο να βγει έξω στο κρύο. Μπάτσισαν το μπλάβο κορμί μου, χώνοντάς του σωλήνες και βελόνες και μόλις άρχισα να πονάω πολύ, ν’ αναπνέω ξανά και να κλαίω, με παράτησαν ήσυχη. Ήμουν ζωντανή. Τι κι αν έκλαιγα μελανιασμένη γοερά; Ανέπνεα και πάλι. Τι κι αν είχα ξεράσει χίλιες φορές τον κόσμο τους; Ήμουν εκεί. Μαζί τους. Άρα μία από αυτούς. Κι  αυτό τους αρκούσε… Ξαναδιαβάζω τα ποιήματά της κι ας μου το έχουν απαγορεύσει. Τα έχω γερά κλειδωμένα στη μνήμη μου. Κλείνω τα μάτια και τα διαβάζω. Κάθε λέξη γίνεται απτή, ανάγλυφη, εισχωρεί μέσα απ’ τα λεπτά νεύρα του μυαλού και της γλώσσας και εξαπλώνεται. Με πονά το άγριο πάθος, η υποδόρια θλίψη της…  [Άννα Αφεντουλίδου UNDEAD στη Serah Kane – και με ΚΛΙΚ στην εικόνα η συνέχεια της ιστορίας  - ART by 11 Constantine Gedal]



Με πονά το άγριο πάθος, η υποδόρια θλίψη της.

«…Ο ήλιος πασχίζει να ξεγελάσει. Τα σύννεφα ψύχραιμα τον διαψεύδουν. Ο ιδρώτας δεν είναι πια τόσο αλμυρός, τα μάτια δεν καίνε. Το φθινόπωρο ύπουλο διαβρώνει τα πάντα. Η μέρα συνεχίζει να ψυχορραγεί.

     Ξανθά κοντοκουρεμένα μαλλιά, φαρδιά πουκάμισα, κατακόκκινα χείλη. Ελαφρά κυρτωμένοι ώμοι, γεροδεμένα πόδια. Κυκλοφορούσε συνεχώς με ποδήλατο.

    -Μην τα διαβάζεις δυνατά! Μου έλεγε όταν μου έδινε τα κείμενά της. Της άρεσε να παρακολουθεί τα μάτια μου να κυλούν πάνω στις λέξεις της, με τα χείλη σιωπηλά να ανοιγοκλείνουν ανεπαίσθητα.

     Συνήθιζε τα λόγια της να τα βάζει στα στόματα άλλων. Ξαναπλάθοντας κόσμους, όπου άλλοι είχαν τους ρόλους της. Κι εγώ σαγηνευμένη ακολουθούσα. Πάντα ένα βήμα πίσω. Μένοντας συνεχώς στο κατώφλι.

     Κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα έργο της ένιωθα να μ’ αγγίζει βαθύτερα, να με δένει μαζί της αναπότρεπτα. Και ταυτόχρονα να ξεμακραίνει μ’ έναν τρόπο παράδοξο. Μετά το πέμπτο της έργο, που «ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων» κι αυτό, δήλωσε πολύ κουρασμένη. Ήθελε να ταξιδέψει. Την τελευταία φορά που την είδα, τα μάτια της κοίταζαν θλιμμένα, μακριά. Δεν είχα την τόλμη να φύγω μαζί της. Μα δεν είναι απλά ότι δεν την ακολούθησα· αλλά το πώς την εγκατέλειψα. Χωρίς δισταγμό. Χωρίς σκέψη…»

Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα που ήταν δίπλα στο κάτασπρο κρεβάτι. Το παράθυρο σχετικά μικρό, αλλά άφηνε σπάταλα το φως να μπαίνει μέσα. Λευκές οι κουρτίνες, το ίδιο κι οι τοίχοι. Λίγα λουλούδια σ’ ένα άθραυστο βάζο. Στα τζάμια κάγκελα. Ήταν όλα απόλυτα ασφαλή και σιωπηλά. Οι διάδρομοι αυτών των νοσοκομείων σα μονωμένο στούντιο τηλεόρασης. Αθέατος στους άλλους ο ανθρώπινος πόνος· βουβός. Βημάτισε για λίγο μες στο μικρό δωμάτιο και κάθισε πάλι μισοζαλισμένη από τα φάρμακα. Άνοιξε το τετράδιο αρχίζοντας ξανά να γράφει.

«…Τώρα, όσο κι αν Λαχταρώ, δεν θα είμαι ποτέ Πια Καθαρή απ’ αυτό που γεννιέται αδιάκοπα μέσα μου. Και κανείς δε δείχνει Έλεος σε κάποιον που ένιωσε έναν Έρωτα αταίριαστο, όπως της Φαίδρας. Το μόνο που μπορούν να σου επιτρέψουν είναι επιεικώς μια Ψύχωση, για να χαράσσεις τα βράδια τους μηρούς σου και να αφήνεις μαύρο το αίμα να κυλά, διώχνοντας τις ψυχές που μαζεύονται διψασμένες.

     Μία και μοναδική φορά βρήκα το θάρρος να την αναζητήσω Και τότε οι άλλοι, όλοι αυτοί οι ανυπόφοροι άλλοι, δεν με άφησαν. Είχαν ήδη αποφασίσει αν και πώς θα ζήσω. Γιατί, λένε, δεν έχω δικαίωμα στη μη-ζωή. Να καταβροχθίσω τον Άλλον ναι, αλλά όχι τον εαυτό μου

     Έτσι λοιπόν εκείνο το βράδυ, με τράβηξαν πίσω με το ζόρι, όπως τραβούν ένα μωρό που ’ρχεται ανάποδα κι έχει σκαλώσει στα σκέλια της μάνας του, πεισματικά αρνούμενο να βγει έξω στο κρύο. Μπάτσισαν το μπλάβο κορμί μου, χώνοντάς του σωλήνες και βελόνες και μόλις άρχισα να πονάω πολύ, ν’ αναπνέω ξανά και να κλαίω, με παράτησαν ήσυχη. Ήμουν ζωντανή. Τι κι αν έκλαιγα μελανιασμένη γοερά; Ανέπνεα και πάλι. Τι κι αν είχα ξεράσει χίλιες φορές τον κόσμο τους; Ήμουν εκεί. Μαζί τους. Άρα μία από αυτούς. Κι  αυτό τους αρκούσε.

     Τώρα έβαλαν να με φρουρούν δεσμοφύλακες. Κρατώντας μακριά μου κάθε τι που θα μπορούσε να εκπληρώσει την κατάρα που με έδεσε για πάντα μαζί της. Κορδόνια, λεπίδες, δηλητήρια. Μόνο που αγνοούν πως αυτό ακριβώς συνιστά και την εκπλήρωσή της.
     Γιατί, έτσι ύπουλοι και φθονεροί που είναι, φόρτωσαν με τόσα φάρμακα το κορμί μου, με τόσα χημικά, ώστε επήλθε ένα είδος μετάλλαξης, κι αντί να τρέφομαι  με τις σάρκες των άλλων, τρώω τις δικές μου· δεν παύω ωστόσο να έχω την κατάρα των Undead …»

Έκλεισε το σημειωματάριό της και το άφησε μαζί με το μικρό της μολύβι πάνω στο κρεβάτι. Πήγε κοντά στο παράθυρο και το άνοιξε. Δροσερός ο αέρας της νύχτας που πλησίαζε, την έκανε ν’ ανατριχιάσει. Η πόλη βαριανάσαινε, άγρυπνη και κουρασμένη. Έπιασε με τα δυο της χέρια τα κάγκελα και έσκυψε το κεφάλι. Ακούμπησε το μέτωπο στο στενό περβάζι. Τα μαλλιά της έπεσαν μπροστά σκεπάζοντάς της το πρόσωπο κι αποκαλύπτοντας χλωμό και αδύνατο τον αυχένα. Έσφιξε τα δάχτυλα γύρω από το κρύο μέταλλο, έκλεισε τα μάτια. Έβγαλε την υγρή της γλώσσα ανάμεσα από δυο στεγνά άχρωμα χείλη. Και την δάγκωσε με όλη της την δύναμη απανωτά, μέχρι που το αίμα τινάχθηκε πίδακας. Βογκώντας ελαφρά πλησίασε στο κρεβάτι και ξάπλωσε.

     Είχε την ελπίδα πως αυτή τη φορά το αίμα της θυμωμένο θα την πνίξει. Ή, έστω, κουρασμένο θα έχει τελειώσει ως το πρωί.
______________

[ΠΗΓΗ: Άννα Αφεντουλίδου, BOOKSTAND, Περιοδικό για το βιβλίο και την ανάγνωση]

Κυριακή, 4 Ιουνίου 2017

ΠΟΛΛΑ ΤΑ ΔΕΙΝΑ αλλά «ΟΥΔΕΝ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΕΙΝΟΤΕΡΟΝ ΠΕΛΕΙ» (κι ο «Προμηθέας» με Το Φως που Καίει σκοτάδια μεσαιωνικά άφαντος):

Αρχικά, ας σκεφτούμε την αποφθεγματική παραπάνω ρήση του Σοφοκλή (από την Αντιγόνη του). Κι ας συμφωνήσουμε ότι, πράγματι, θαυμαστή και φοβερή, είναι από τότε μέχρι σήμερα, η «δεινότητα» του ανθρώπου να εφευρίσκει «εργαλεία» και «μηχανές» που αλλάζουν άρδην τα δεδομένα της ζωής του…  Φαίνεται, όμως, πως παράλληλα και «εν αγνοία του» (;) ελευθέρωνε μηχανισμούς που έκαμναν πιο εύκολο τον εξανδραποδισμό του (πολλοί το λένε αλλοτρίωση).  Και το πιο εντυπωσιακό σημείο στην πορεία κατακτήσεων και αλλαγών, σταθμός στις ΛΕΞΕΙΣ και τα ΠΡΑΓΜΑΤΑ, ήταν ένα άλλο «Δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού» (με αντίδωρο τον Απαγορευμένο Καρπό του): η αντίληψη  για τον κόσμο μπορεί να μεταφέρεται ως εικόνα στο «σκληρό δίσκο της διαρκούς μνήμης» (μπορεί και στην ειδική εκείνη περιοχή που την είπαν υποσυνείδητο)  με κάποιο πλάγιο τρόπο, χωρίς τη μεσολάβηση των αισθήσεων. «Μονοπάτι» πλάγιο και πονηρό που παρακάμπτει  τον ευθύ δρόμο της γνώσης…- μεσολαβεί κενό και μεγάλο χρονικό άλμα- Το πιο τρομακτικό εύρημα των σύγχρονων επιστημών για τη διαδικασία αυτή της γνώσης είναι πως οι εικόνες/ παραστάσεις για τον Κόσμο και τους Κανόνες του εισχωρούν στο υποσυνείδητό χωρίς κάποιο υποτυπώδη λογικό έλεγχο κι από κει, πανταχού παρούσες, προσδιορίζουν πλαγίως τη συμπεριφορά μου π.χ. για «τη γραβάτα που θα διαλέξω», για τα χρώματα με τα οποία θα ντύσω την Άνοιξη μου, για τις μουσικές με τις οποίες θα τα συνοδέψω, για τις ξανθιές που ενδόμυχα θα επιθυμώ υποτιμώντας ωστόσο την ευστροφία τους…  (χα, χα, χα…) (και φτάνοντας αισίως στα χρόνια της χολέρας των μνημονίων… ΚΛΙΚ στην εικόνα του ESCHER  για ένα κείμενο με αλλεργία σε ανέξοδα like που επιδέχεται όμως πολλαπλές αναγνώσεις όταν ο χρόνος είναι πραγματικά ελεύθερος για προβληματισμό Έχεις χρόνο και κότσια για προβληματισμό περί των Βαρβάρων, που όπως πολύ σωστά το προφήτεψε ο ποιητής, δεν υπάρχουν πια κι αδίκως τους περιμένουμε στους… καναπέδες συναθροισμένοι!.. Ήταν κι αυτοί ένα καλοφτιαγμένο άλλοθι πίσω από το οποίο κρύψαμε επιμελώς τη χρόνια αδράνεια μας, το πρόσχημα των Μοιραίων που θα περιμένουν εσαεί «άνωθεν» το Μεσσία της σωτηρίας τους από την Υπόγεια Ταβέρνα με την κραυγή Κάθαρση να παραμένει άναρθρη και χωρίς επιστροφή ήχου.  Για τη συνέχεια μονό ΚΛΙΚ στην εικόνα και διπλό στο ρεφρέν: «που ’σαι νιότη που ΄δειχνες πως θα γινόμουν άλλος)



(και φτάνοντας αισίως στα χρόνια της χολέρας των μνημονίων…)
… για το μνημόνιο που είναι αναγκαίο κακό και δεν πρέπει ούτε μπορώ να το αμφισβητήσω… και τα λοιπά και τα λοιπά…
Άλλη μια «δαγκωνιά» στο «μήλο της γνώσης» και θα βλέπω με άλλο τρόπο αυτό που από καιρό υποψιαζόμουνα για τις πλασματικές/ τεχνητές ανάγκες που, πρώτα, μ’ έκαναν να τις πιστέψω ως πραγματικές κι ύστερα να τις βάλω κορώνα στον κόσμο των αξιών μου…
Δηλαδή, είναι βέβαιο πια, πως  δυνατότητα του ανθρώπινου μυαλού να εξαπατά τον εαυτό του είναι αναδρομική κι ατέρμονη...
Ο μηχανισμός αυτός είναι βαθιά χτισμένος στις αντιληπτικές, διανοητικές, συναισθηματικές κι ενστικτώδεις δυνατότητες του ανθρώπινου όντος. Το μόνο που κάνει η τεχνολογία είναι να υλοποιεί και στον κόσμο των τεχνημάτων αυτή την ενσωματωμένη του ιδιότητα και φυσικά να την προεκτείνει, να την αναβαθμίζει και να την τελειοποιεί.
Αλλά ας μην ξεγελιόμαστε άλλο... ο κόσμος της τεχνολογίας είναι ένας ριζικά διαφορετικός κόσμος, προέκταση και υλοποίηση της ίδιας συνειδησιακής καμπύλης του ιστορικού Συνειδέναι…
ΟΠΟΤΕ; θρυμματίζοντας την πραγματικότητα, θα καταγραφεί ως κραυγή «μοιραίου» η διαπίστωση του Wittgenstein; 

πράγματι «τα μεγάλα προβλήματα της ζωής δε λύνονται στην επιφάνεια, αλλά μονάχα στο βυθό. Σε επιφανειακές διαστάσεις παραμένουν άλυτα»;
(κι άλλο ερωτηματικό, θαυμαστικό και αποσιωπητικά…)
Τώρα, λοιπόν, που αρχίζω να καταλαβαίνω ότι η γνώση αυτή για τη δύναμη της «υποσυνείδητης εικόνας» είναι από καιρό το βασικό εργαλείο στα χέρια της επικοινωνιακής πολιτικής του άδικου λόγου της εξουσίας και, το ξέρω καλά, ότι μια τέτοια δύναμη εξουσιαστικής γλώσσας μπορεί να μεταβάλλει, σε αγέλες προδομένων παλιάτσων τα ανθρώπινα πλάσματα (τη στιγμή μάλιστα που αυτό μπορεί να συμβαίνει σήμερα περισσότερο ίσως από κάθε άλλη φορά, αφού σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φορά η εξουσία έχει μελετήσει και έχει αναγάγει σε επιστήμη αυτόν τον τρόπο διοίκησης), σηκώνω τα χέρια και σου κραυγάζω κύριε καθηγητά, ειδήμονα στοχαστή, ιθύνων νου, φιλόσοφε της ιδέας του Αγαθού και ανήσυχο πνεύμα του ανθρωπισμού:

ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ, ΚΑΘΑΡΣΗ… (δι’ ελέου και φόβου περαίνουσα την τοιούτων παθημάτων…)
Δεν μου αρκεί που ξύπνησα ένα πρωί και συνειδητοποίησα ότι οι σκιές που βλέπω στο βάθος της σπηλιάς δεν είναι ο αληθινός κόσμος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, αλλά είναι μόνο το πρώτο μισό βήμα. Πρέπει επειγόντως να βρω κατάλληλο κι αντίστοιχο «πρόγραμμα», (anti-Virus, antimalware),  που θα με βοηθήσει να ξεριζώσω δια παντός τους «ιούς» της σκέψης, τα έτοιμα σχήματα δηλαδή, τα στερεότυπα, τις αυθαίρετες και βεβιασμένες γενικεύσεις.
Ζητείται επειγόντως  «Προμηθέας με φωτιές» που θα καίει πάσης φύσεως σκοτάδια μεσαιωνικά! Ζητείται ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ!!!  (γιατί, τελικά, όπως φαίνεται, μόνο ο Ποιητής μένει να ξεσκεπάζει τη φθορά του εκμεταλλευτικού αστικού καθεστώτος και να οραματίζεται το φως που θα φωτίζει το δρόμο των δεσμωτών του σπηλαίου και με τη φωτιά του λόγου και τη σαρκαστική ειρωνεία θα καίει το εποικοδόμημα του αντιδραστικού κοινωνικού καθεστώτος- ΒΑΡΝΑΛΗΣ βέβαια)

Τα αίτια λοιπόν της κρίσης της γλώσσας (και της γλώσσας της εξουσίας) παραπέμπουν στα αίτια της κρίσης της παιδείας, τα οποία με τη σειρά τους παραπέμπουν στην κρίση του ανθρώπου. Ένας φαυλεπίφαυλος κύκλος, που αν κι αυτός είναι κάτω από το διακριτικό έλεγχο των διαχειριστών της εξουσίας, τη βάψαμε, κύριε καθηγητά. Λες, και πάλι, το δίκιο να είναι με το μέρος των Ποιητών;

«Σ’ όλες τις γλώσσες το αδύνατον διαρκεί… Μετρά εκείνο που μένει. Το ίδιο που δεν βρίσκεται ποτέ μέσα στο άθροισμα. Μπορεί με ευθείες να χαράζεται ο Μεσημβρινός αλλ΄ η αλήθεια πάντοτε με τεθλασμένες. Λιγότερο από νου και περισσότερο από χουν είναι η δεύτερη και η τρίτη μέσα μας υπόσταση» (Οδυσσέας Ελύτης, Δυτικά της λύπης)
(ίσως) «Υπεροψία και μέθην; Όχι όμως – μάλλον σαν κατανόησι της ματαιότητος των μεγαλείων»; Πάντα επίκαιρο το δίλημμα του ποιητή Φερνάζη, που επινόησε ο Καβάφης στον «ΔΑΡΕΙΟ» του, για να μας πει μ’ άλλο τρόπο εκεί, πως

οι ΒΑΡΒΑΡΟΙ δεν υπάρχουν! Ήταν κι αυτοί ένα καλοφτιαγμένο ΑΛΛΟΘΙ πίσω από το οποίο κρύψαμε επιμελώς τη χρόνια αδράνεια μας, το πρόσχημα των ΜΟΙΡΑΙΩΝ που θα περιμένουν εσαεί  «άνωθεν» το Μεσσία της σωτηρίας τους. Κι έτσι η κραυγή ΚΑΘΑΡΣΗ (που λέγαμε πιο πάνω) θα παραμένει άναρθρη (και χωρίς επιστροφή ήχου!!!):
«που ’σαι νιότη που ’δειχνες πως θα γινόμουν άλλος»

ΟΠΟΤΕ; (να αφήσουμε την τύχη μας στους Ποιητές, σ’ αυτούς τους Ύποπτους Θαυματοποιούς που πυροβολούν τις Λέξεις και γίνονται Πουλιά; Στο ζαβό το ριζικό ή στο θεό που μας μισεί;)
(εγώ ψηφίζω δαγκωτό ΠΟΙΗΣΗ, που μπορεί να διαφέρει απ’ τα άλλα «όπλα» των σημερινών Μοιραίων μόνο στον τύπο είναι όμως τελικά το πιο αυθεντικό και αμόλυντο απ’ τα παράσιτα του νόθου «πολιτισμού»)
Ναι, μόνη χαραμάδα φωτός η Ποίηση: «γι’ αυτό, σου λέω, ας εγκιβωτιστούμε σ’ ένα Ποίημα, κι όπως περπατάμε, ας το αφήσουμε να πέσει, τάχα, κατά τύχη στο δρόμο. Αύριο, μεθαύριο θα το βρουν ξεθωριασμένο απ’ τη βροχή και τότε θα ’χει πάρει όλο το νόημά του» (Τάσος Λειβαδίτης)
 «Όσοι από σας βαρεθήκατε πια στον κόσμο αυτόν τον άδικο και τον βλακώδη να άγεσθε και να φέρεστε από τους ψεύτες, από τους σοφιστάς και λαοπλάνους…
… όσοι πια βαρεθήκατε οι δεσμοφύλακές σας σαν τόπια ταλαίπωρα να σας εξαποστέλλουν εις τον Καϊάφα και πριν από αυτόν στον Άννα, προσμένοντας να έλθει η Ώρα η χρυσαυγής, η πολυύμνητος κι ευλογημένη, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, όσοι την σημερινήν ελεεινήν πραγματικότητα να αλλάξετε ποθείτε, προσμένοντας να έλθει η Ώρα, όσοι πιστοί, όσοι ζεστοί, ελάτε κι ας ανακράξωμεν μαζί (νυν και αεί) σαν προσευχή και σαν παιάνα, ας ανακράξωμεν μαζί, με μια φωνή, με μια φωνή – ΟΚΤΑΝΑ! (Ανδρέας Εμπειρίκος)

ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ/ συμπέρασμα Α-ΠΟΡΙΑΣ:
Οι άνθρωποι βιάζονται: έγνοιες, βιοτικές συνθήκες, όνειρα, συμβιβασμοί -πού καιρός να γνωρίσουν τη ζωή τους...
«ΣΚΥΤΑΛΟΔΡΟΜΙΑ» (ή «διελκυστίνδα»… στίχων που προβλέπουν πως ο Εφιάλτης θα φανεί στο τέλος κι οι Μήδοι επιτέλους θα διαβούνε… )

«Άφησε με να ’ρθω μαζί σου λίγο πιο κάτω, ως τη μάντρα του τουβλάδικου, ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται η πολιτεία τσιμεντένια και αέρινη, ασβεστωμένη με φαγγαρόφωτο, τόσο αδιάφορη και άυλη, τόσο θετική σαν μεταφυσική που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του. Άφησέ με…»
(και από το σημείο αυτό η «Σονάτα του Σεληνόφωτος» δίνει τη σκυτάλη στους Τρώες…)

… να σου πω πως «οι προσπάθειες μας είναι των συφοριασμένων… Κομμάτι κατορθώνουμε, κομμάτι παίρνουμε επάνω μας κι αρχίζουμε να ’χουμε θάρρος και καλές ελπίδες… Μα πάντα κάτι βγαίνει και μας σταματά… Είναι στιγμές που θαρρούμε πως με απόφαση και τόλμη θ’ αλλάξουμε της τύχης την καταφορά, κι έξω στεκόμεθα ν’ αγωνιστούμε!.. Αλλά όταν η μεγάλη κρίση έλθει, η τόλμη και η απόφασή μας χάνονται, ταράττεται η ψυχή μας παραλύει κι ολόγυρα απ’ τα τείχη τρέχουμε ζητώντας να γλυτώσουμε με την φυγή. Όμως η πτώση μας είναι βεβαία. Επάνω στα τείχη, άρχισεν ήδη ο θρήνος. Των ημερών μας αναμνήσεις κλαιν κι αισθήματα…»!.. Ρίτσος και Καβάφης συνομιλούν για να δώσουν ερεθίσματα για στοχασμούς αυτό-αναφοράς και τίποτα πιο πέρα πια… Αντιστεκόμαστε ηλεκτρονικά με ΚΛΙΚ και Like και ανακράζουμε «Και τώρα τι θα γίνουμε χωρίς βαρβάρους!!!)

Τρίτη, 30 Μαΐου 2017

«ΠΑΝΤΩΝ ΧΡΗΜΑΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΟΣ» (Αλήθεια; Ψέματα; Ακατάσχετη φλυαρία ή κραυγές Σιωπής;)

Ένας Ινδός σοφός είχε πει: «Ο μόνος τρόπος να εξηγήσεις το Θεό είναι η σιωπή». Και ο Πρωταγόρας εξορίστηκε από την Αθήνα το 415 π.Χ. επειδή έγραψε την πρώτη αγνωστικιστική πραγματεία. «Για τους θεούς», πρωτοτυπώντας με τα αυτονόητα: «δεν μπορώ με βεβαιότητα να γνωρίζω ούτε ότι υπάρχουν ούτε ότι δεν υπάρχουν ούτε ποια γνωρίσματα έχουν. Γιατί υπάρχουν πολλά που εμποδίζουν τη γνώση γι’ αυτούς –και η απουσία σαφών δεδομένων και η συντομία της ανθρώπινης ζωής»… Μήπως λοιπόν ισχύει το του ΒΙΤΓΚΕΝΣΤΑΪΝ: «για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, καλύτερα να σωπαίνει» Ο Νίτσε, ο μανιακός φιλόσοφος-ποιητής, δεν ήταν τόσο ευγενικός. «Ο Θεός πέθανε!» έγραφε στο Τάδε Έφη Ζαρατούστρα, στο τέλος του 19ου αιώνα, ορίζοντας με αυτόν τον τρόπο την αποθέωση του ανθρώπου και τη σφαγή του, όπως αυτή πραγματώθηκε τον 20ο αιώνα –και μετά… Και μετά πέθανε ο άνθρωπος!... Ο άνθρωπος πέθανε στο Άουσβιτς, ο άνθρωπος πέθανε στη Δρέσδη, ο άνθρωπος πέθανε στη Χιροσίμα, ο άνθρωπος πέθανε στην Μπιάφρα, ο άνθρωπος πεθαίνει κάθε μέρα λίγα τετράγωνα πιο πέρα από το σπίτι μας -επειδή δεν πρέπει να πεθάνουν οι τράπεζες… Μιλάμε για όλα τώρα πια, μιλάμε όλοι και συνήθως αυτά που λέμε είναι σαν κουνούπια που βγαίνουν μέσα από λιμνάζοντα νερά. Κανείς δεν είναι πλέον δράστης, κανείς δεν δρα, μόνο καυτηριάζουμε-κατακεραυνώνουμε-σιχτιρίζουμε, και η πλησμονή της γλώσσας αντικαθιστά την ένδεια των πράξεων. Είπαμε: «Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, καλύτερα να σωπαίνει» Με τον αποφθεγματικό αυτό λόγο προτείνει τη σιωπή ο Βιτγκενστάιν σε όλους τους κήνσορες και θεράποντες που διαλαλούν την αποξένωση τους από την αληθινή ζωή, όλους αυτούς που ποτέ δεν κατάλαβαν τι σημαίνει να μην έχεις ένα ευρώ για να πληρώσεις το εισιτήριο, αλλά και σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι οι οιμωγές και οι κατάρες εξισορροπούν/αντισταθμίζουν την κοπρολογία των προνομιούχων. Αν δεν βρεθείς στην πρώτη γραμμή, στα χαρακώματα της ζωής, δεν πρόκειται να προσφέρεις τίποτα άλλο από λόγια. Και τα λόγια είναι κενά, όταν δεν επενδύονται με πράξεις. Ας τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή για όλους αυτούς που χαθήκαν για μια δραχμή και ας βρούμε τον τρόπο να εξαλείψουμε το πρόβλημα. Προτού ξανασυμβεί. Δεν χρειαζόμαστε θεούς να μας καθοδηγήσουν, ανθρώπους χρειαζόμαστε. Και να θυμόσαστε, εμείς είμαστε η λύση του προβλήματος. Εμείς, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, χωρίς πολλά λόγια. Με σιωπή και πράξεις  [αποσπάσματα από ένα παλιότερο κείμενο του ΓΕΛΩΤΟΠΟΙΟΥ, που όπως φαίνεται δεν χάνει την επικαιρότητά του ούτε την ευστοχία του σχολιασμού φαινομένων της διπλανής μας πόρτας και του μπροστινού μας Χρονολογίου – ART by pawel kuczynski paintings]



 «Ο Θεός απέθανε, ζήτω ο Θεός».
Οι άνθρωποι δεν μπορούν να επιβιώσουν χωρίς κάποιο θεό, χωρίς κάποιο δόγμα. Και αν σκότωσαν τη θρησκεία την αντικαστήσανε με άλλους πήλινους θεούς, με δόγματα ακόμα πιο επίπλαστα από εκείνον τον γενειοφόρο κύριο που στοίχειωνε τη σκέψη των παιδιών και των υπέργηρων. Θεός είναι πλέον μια ομάδα, μια ιδεολογία, ένα τηλεοπτικό ή καλλιτεχνικό ή επαναστατικό είδωλο, ένα πρότυπο της ζωής, ένας νεκρός, ένας άλλος, εκτός από εμάς, εκτός από αυτούς που μοιραζόμαστε τον κόσμο.

Ο άνθρωπος δεν μπορεί να ζει χωρίς θεούς, ακόμα κι αν δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα αν υπάρχουν ή αν δεν υπάρχουν. Ο συνάνθρωπος πέθανε, ο υπεράνθρωπος έγινε πτωματοφάγος, ο μισάνθρωπος θριαμβεύει. Ο πλησίον είναι ο χειρότερος εχθρός μας πλέον.

 «Συνάντησα το Θεό. Ήταν στο τρένο των 5:15».
Μια φράση που έχει καταγραφεί ως αληθινή –αν και δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αλήθεια ειπώθηκε… Κατά τα φαινόμενα πρέπει να την είπε ο οικονομολόγος Τζον Μέιναρντ Κέινς. Ποιον συνάντησε ο Κέινς, ποιος ήταν ο «Θεός» που βρέθηκε στο τρένο των 5:15, εν έτει 1929; Ήταν ο Βιτγκενστάιν, ο οποίος επέστρεφε στο Κέμπριτζ για να διδάξει τη σιωπή.

Την ίδια γνώμη για τον Βιτγκενστάιν, ότι ήταν ο «Θεός», είχαν πάρα πολλοί άνθρωποι στο μεσοπόλεμο. Και αναφέρομαι σε ανθρώπους που δικαιωματικά έχουν καταχωρηθεί ως… ημίθεοι. Για παράδειγμα ο Άλαν Τούρινγκ, ο άνθρωπος που βοήθησε όσο κανένας άλλος στον πόλεμο ενάντια στους Ναζί, ο πρόδρομος της μεγαλύτερης επιστημονικής επανάστασης, εκείνης των ηλεκτρονικών υπολογιστών… Αλλά και ο Μπέρτραντ Ράσσελ, που έφτασε την ανθρώπινη λογική στα όρια της, είχε πει για το μαθητή του, το Βιτγκενστάιν, ότι θα τον ξεπεράσει. Και εκείνος το έκανε, δημοσιεύοντας μόλις ένα βιβλίο, εβδομήντα πέντε σελίδων, το περίφημο Tractatus Logico-Philosophicus. (Όταν το διάβασε για πρώτη φορά ο Ράσσελ, παραδέχτηκε ότι δεν μπορούσε να το καταλάβει!)

Ένα βιβλίο που γράφτηκε στα χαρακώματα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και το οποίο, όταν δημοσιεύτηκε, θεωρήθηκε ως το τέλος της φιλοσοφίας. Αλλά ποιος ήταν ο άνθρωπος που αποθεώθηκε από τους συγκαιρινούς του, ο άνθρωπος που σκότωσε τη φιλοσοφία;

Ο Λούντβιχ ήταν γιος ενός από τους πλουσιότερους Ευρωπαίους –στην εποχή του. Ο πατήρ Βιτγκενστάιν ήταν μεγιστάνας του ατσαλιού, δισεκατομμυριούχος σε όποιο νόμισμα και να μετρήσουμε την περιουσία του. Και όπως μπορεί να συμβεί με ανθρώπους που έχουν ζήσει την απαξίωση του χρήματος, μέσα από την υπερβολή του, ο Λούντβιχ αρνήθηκε να ζήσει ως πλούσιος και μίσησε το χρήμα. Όταν πέθανε ο πατέρας του ο Λούντβιχ έδωσε το δικό του μερίδιο στις αδελφές του, επειδή –όπως έλεγε- αυτές ήταν ήδη διεφθαρμένες και αρκετά πλούσιες, οπότε ο επιπλέον πλούτος δεν θα τους έκανε κακό.
«Παράξενος τρόπος σκέψης», θα πείτε ή μπορείτε να σκεφτείτε ότι ήταν και μια απάνθρωπη πράξη, αφού αυτά τα χρήματα θα ήταν πολύ χρήσιμα σε ανθρώπους που δεν είχαν ζήσει τη χλιδή από τα παιδικά τους χρόνια.

«Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος».
Ο Λούντβιχ δεν ήταν ακριβώς ένας ισορροπημένος άνθρωπος, όπως και ολόκληρη η οικογένεια του, αφού τα τρία από τα τέσσερα αδέλφια του αυτοκτόνησαν –και εκείνος ο ίδιος λίγο έλειψε να το κάνει, όχι για οικονομικούς λόγους όπως είναι προφανές. Τους μαθητές του, όταν αυτοί προέρχονταν από αγροτικές οικογένειες, τους προέτρεπε να εγκαταλείψουν τις σπουδές και να πάνε να ζήσουν πίσω στο χωριό τους.

Σπούδασε στο Κέμπριτζ, αλλά με το ξέσπασμα του πρώτου παγκοσμίου πολέμου κατατάχτηκε στον στρατό, στο Γερμανικό στρατό. Μετά από πολλές προσωπικές του πιέσεις κατάφερε να βρεθεί στην πρώτη γραμμή, όπου τιμήθηκε επ’ ανδραγαθία –ή όπως το λένε αυτό, να σκοτώνεις και να γίνεσαι ήρωας.

Εκεί, στα χαρακώματα, μέσα στις αναθυμιάσεις των αερίων μουστάρδας, συνέλαβε και ολοκλήρωσε το Tractatus Logico-Philosophicus, το βιβλίο με το όποιο –σύμφωνα με ό,τι πίστευε- τελείωσε το θέμα της φιλοσοφίας. Και σίγουρα αυτή είναι μια πολύ βαρύγδουπη δήλωση. Το να ισχυρίζεσαι ότι κατάφερες περισσότερα από τον Ηράκλειτο, τον Πλάτωνα, τον Καρτέσιο και τον Χέγκελ, δεν είναι κάτι που πολύ άνθρωποι θα τολμούσαν να κάνουν. Μέχρι το θάνατο του δεν εκδόθηκε κανένα άλλο βιβλίο του. Με εβδομήντα πέντε σελίδες όλες κι όλες, άλλαξε τη ροή της ανθρώπινης σκέψης…
Και ενώ είχε δολοφονήσει τη φιλοσοφία, με τα νέα του έργα προσπάθησε να την αναστήσει, ερχόμενος σε σύγκρουση με το πρότερο έργο του. Αυτό το έκανε ζώντας σε ένα αγρόκτημα στην Ιρλανδία, όπου περιδιάβαινε στην ύπαιθρο και προσπαθούσε να γητεύσει τα πουλιά –ίσως και να επικοινωνήσει μαζί τους. Τα τελευταία του λόγια ήταν: «Πείτε τους ότι έζησα μια υπέροχη ζωή».
Σε ποιους αναφερόταν δεν ξέρω. Ίσως σε μας.
Και τώρα ίσως να περιμένετε να σας εξηγήσω τη σκέψη του Βιτγκενστάιν. Θα σας πω μόνο την τελευταία φράση από το Tractatus:

«Για όσα δεν μπορεί να μιλάει κανείς, γι’ αυτά θα πρέπει να σωπαίνει».
 Ή αλλιώς –όπως έγραψε σε μια επιστολή του: «Εν ολίγοις, πιστεύω: Για όλα όσα φλυαρούν πολλοί σήμερα έχω διεξάγει βαθιά έρευνα στο βιβλίο μου σιωπώντας»!.. Αυτή τη σιωπή θα την πρότεινα σε όλους τους κήνσορες και θεράποντες που διαλαλούν την αποξένωση τους από την αληθινή ζωή, όλους αυτούς που ποτέ δεν κατάλαβαν τι σημαίνει να μην έχεις ένα ευρώ για να πληρώσεις το εισιτήριο, αλλά και σε όλους αυτούς που νομίζουν ότι οι οιμωγές και οι κατάρες εξισορροπούν/αντισταθμίζουν την κοπρολογία των προνομιούχων. Αν δεν βρεθείς στην πρώτη γραμμή, στα χαρακώματα της ζωής, δεν πρόκειται να προσφέρεις τίποτα άλλο από λόγια. Και τα λόγια είναι κενά, όταν δεν επενδύονται με πράξεις.
Ας τηρήσουμε ενός λεπτού σιγή για όλους αυτούς που χαθήκαν για μια δραχμή και ας βρούμε τον τρόπο να εξαλείψουμε το πρόβλημα. Προτού ξανασυμβεί. Δεν χρειαζόμαστε θεούς να μας καθοδηγήσουν, ανθρώπους χρειαζόμαστε.


Και να θυμόσαστε, εμείς είμαστε η λύση του προβλήματος. Εμείς, κάθε μέρα, κάθε στιγμή, χωρίς πολλά λόγια. Με σιωπή και πράξεις

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΑΓΑΠΗΣΑ ΕΝΑΝ ΠΟΙΗΤΗ, ΚΑΘΕ ΠΡΩΙ, ΟΤΑΝ ΑΝΟΙΓΩ ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΜΟΥ ΑΙΣΘΑΝΟΜΑΙ ΟΤΙ ΑΚΟΥΩ ΧΙΛΙΑΔΕΣ ΕΓΚΛΩΒΙΣΜΕΝΕΣ ΦΩΝΕΣ…

 Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με! [απόσπασμα από τη ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΘΡΑΚΑ τευχος 5-6 –και  με ΚΛΙΚ στον πίνακα Στο Ντιβάνι με το Λακάν του SCHIELE Egon από την αρχή όλη η ιστορία της μιας ψυχοθεραπείας όπου οι ρόλοι ασθενούς –ιατρού αλλάζουν δραματικά με απρόβλεπτη Έξοδο):


Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία.
Μόλις είχε βγει από το γραφείο του νέου της ψυχοθεραπευτή. Ήταν τυχερή. Ήταν σίγουρα αρκετά έμπειρος. Καθόταν διακριτικά απέναντί της προσέχοντας οι κινήσεις του να είναι αδιόρατες. Κάθε που εκείνη πήγαινε να δακρύσει, έστρεφε το βλέμμα του αλλού, για να μην της προκαλεί αμηχανία. Το κουτί με τα χαρτομάντιλα ήταν ήδη στο γραφείο, σε απόσταση που να μπορεί εύκολα να το φτάσει, μόλις το χρειαζόταν. Το αδιαφανές ντουλάπι στη βιβλιοθήκη πίσω του έκρυβε μπουκαλάκια με νερό, υγρά χαρτομάντιλα, πλαστικά ποτήρια. Ήταν σίγουρα ένας προνοητικός και προβλεπτικός ψυχοθεραπευτής. Ήταν ό,τι αυτή χρειαζόταν.

     Τα ρούχα του συνηθισμένα, να μην παγιδεύουν τα βλέμματα, τα μάτια του φιλικά κι ευγενικά, οι τρόποι του κάπως απόμακροι, ώστε να μην υπάρχει φόβος για κάποια δύσκολη οικειότητα. Κι όμως. Από την πρώτη ήδη φορά είχε παραβιάσει την ως είθισται διαδικασία. Τον είχε αναγκάσει πολύ πρώιμα να της κάνει αδιάκριτες ερωτήσεις. Μόνο δύο, είναι η αλήθεια. Αλλά από εκείνες τις πιεστικές ερωτήσεις που κάνουν τον ασθενή να κουμπωθεί ξανά, τη στιγμή που η ψυχή του μόλις έχει αρχίσει δειλά δειλά να φαίνεται μέσα από τα ρήγματα μιας αβέβαιης και διστακτικής αφήγησης. Γεγονός ασυγχώρητο για έναν ειδικό. Την επόμενη φορά το βλέμμα του σταμάτησε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε μπροστά, στο σημείο όπου ανεπαίσθητα άνοιγε η μπλούζα της στο ύψος του στήθους. Σαν το πιασμένο στα δίχτυα αγρίμι παλεύεις να πάρεις ανάσα κι αυτά τα μάτια είναι μια ελπίδα ότι μπορεί κάποιος να σε ελευθερώσει. Αυτός νόμιζε πως κατέγραφε τις αντιδράσεις της και κρατούσε σημειώσεις στο επαγγελματικό του ντοσιέ. Αλλά ήταν εκείνη που τον μελετούσε. Άγγιξε με τα δάχτυλά της απαλά το γραφείο κατά μήκος της κόψης του αμμοβολισμένου γυαλιού. Ήταν παγωμένο. Η κίνησή της αυτή τον έκανε να καθυστερήσει λίγα δευτερόλεπτα παραπάνω απ’ όσο θα έπρεπε, για να βρει την ημερομηνία στο επόμενό τους ραντεβού. Ίσως απλώς να ήταν πολύ νέος για ψυχοθεραπευτής.

Είχε κάνει εύκολα τη διάγνωσή του. Επρόκειτο για μια κλασική περίπτωση διπολικής διαταραχής. Χρειάζονταν, στην πρώτη φάση τουλάχιστον, ισχυρά αντικαταθλιπτικά, με την συνδρομή ίσως υπνοαγωγών ή τουλάχιστον αγχολυτικών φαρμάκων. Ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Αν και η καινούρια του ασθενής ώρες-ώρες τον έκανε να αισθάνεται κάπως άβολα. Έδιωξε βιαστικά αυτή του τη σκέψη. Δεν ήθελε να βασανίζεται άσκοπα. Όλα θα πήγαιναν μια χαρά. Είχε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν.

Ήταν πάντα πολύ μελετηρή. Το τελευταίο διάστημα, κάθε βράδυ πριν κοιμηθεί, διάβαζε εγχειρίδια κλινικής ψυχιατρικής, δοκίμια ψυχαναλυτικής θεωρίας, πραγματείες ιατρικών ερευνών. Κανείς δεν απορούσε για τα καινούργια της ενδιαφέροντα. Με τον πυρετό του ενθουσιασμού. Με το πάθος μιας ένθεης μανίας. Ο καινούριος της στόχος ήταν ένας ειδικός. Αδαής αν και γνώστης. Αφελής αν και έξυπνος. Άντρας. Αρκετό καιρό μετά την πρώτη τους συνεδρία, χαμογελούσε ευχαριστημένη σχεδόν ειρωνικά. Με τον σαρκασμό μιας πολύ βαθιάς γνώσης, που μπορεί να βασίζεται μόνο στην προσωπική εμπειρία. Στην ίδια τη ζωή που ανάσαινε με δυσκολία μέσα της. Είχε πονέσει πολύ. Αλλά τώρα ήξερε.

      Έπρεπε να του αφήσει λίγη ώρα, για να παρατηρήσει το πρόσωπό της και ταυτόχρονα να δείξει τον αναμενόμενο δισταγμό για μια πολύ προσωπική διήγηση. Εξάλλου, δεν βιαζόταν. Είχε μάθει πια καλά πως η αδημονία μπορεί να χαλάσει αστραπιαία ό,τι με πολύ κόπο έχτιζες για καιρό. Κοίταξε, λοιπόν, στρέφοντας αργά το βλέμμα έξω από το παράθυρο. Γνώριζε πως χρειαζόταν αυτό ακριβώς το στοχαστικό βλέμμα. Κισσοί σκαρφάλωναν πάνω στους τοίχους. Το ιατρείο του έβλεπε στην πίσω αυλή μιας παλιάς μονοκατοικίας.

  —Θέλω να σας ρωτήσω για τη δραματοθεραπεία. Του είπε όλο αθωότητα.
 —Τι ακριβώς θέλετε; 
 —Ποια είναι η γνώμη σας;
  —Γνωρίζω πως σε αρκετές περιπτώσεις είναι πολύ αποτελεσματική, της είπε.
 —Ωραία. Θα θέλατε να το δοκιμάσουμε μαζί; 
—Έχω παρακολουθήσει αρκετά σεμινάρια ανάλογου περιεχομένου, αλλά δεν είχα πολλές κλινικές περιπτώσεις όπου…
 —Δεν πειράζει, απάντησε. Έχω παρακολουθήσει κι εγώ κάτι παρόμοιο και υπάρχει ένα θεατρικό κείμενο που νομίζω πως μπορεί να βοηθήσει.
—Δεν έχω ιδιαίτερη εμπειρία. Δίστασε. Υπάρχουν συνάδελφοι που έχουν ασχοληθεί συστηματικά και θα μπορούσα να σας παραπέμψω σε κάποιον που…
 —Όχι. Τον έκοψε. Θα με αναγκάσετε να περάσω όλη αυτή τη διαδικασία της εκμυστήρευσης από την αρχή; Εξάλλου, για όλους, κάποτε είναι η πρώτη φορά. Καιρός να βελτιώσετε κι εσείς τη θεατρική σας παιδεία, δεν νομίζετε; Του είπε κάπως σκληρά και αμέσως αναρωτήθηκε μήπως το είχε παρακάνει.
 —Έχω πολύ καλή θεατρική παιδεία, είπε ελαφρώς πειραγμένος.
—Και βέβαια, δεν ήθελα να σας προσβάλω, του είπε γλυκά.
—Πολύ καλά, ας προσπαθήσουμε.
 —Σύμφωνοι, είπε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Θα σας φέρω το κείμενο την επόμενη φορά να το διαβάσουμε μαζί. Ξέρετε πως είναι κάτι πολύ εύκολο.

Ανατρίχιασε υποψιαζόμενος πως έπρεπε να είχε πει κάτι άλλο. Αμέσως μετά σκέφτηκε πως πολλοί θεωρητικοί λένε πως το «θεατρικό παιχνίδι» μπορεί να βοηθήσει δραστικά στην αντιμετώπιση ψυχικών διαταραχών κάθε είδους. Ήταν, λοιπόν, καθησύχασε τον εαυτό του, μια πρώτης τάξεως ευκαιρία, να τη δοκιμάσει. 

     Την επόμενη φορά η ασθενής του πήγε με μιαν ομιλητικότητα ασυνήθιστη. «Ωραία», σκέφτηκε ο Θεραπευτής, «έχει αρχίσει να χαλαρώνει». 

—Ξεκινάμε; είπε προσπαθώντας να φαίνεται αμέριμνη. Εσείς θα υποδυθείτε τον Α. και εγώ τη Γ. Διαβάζω δυνατά την ταυτότητα των προσώπων. Και του έτεινε το δικό του αντίτυπο του κειμένου. 

«Γ(υναίκα): Γυναίκα γύρω στα 40. Ούτε όμορφη ούτε άσχημη. Αφανώς “περιποιημένη”. Ντύνεται με απλά, αλλά ακριβά ρούχα. Από αυτές που δεν σταματά το βλέμμα σου πάνω τους, παρά μόνο γιατί έχεις την εντύπωση ότι κάπου την ξέρεις και δεν μπορείς να θυμηθείς από πού. Έχει ακουστικές παραισθήσεις, χωρίς να πάσχει από σχιζοφρένεια. Ακούει φωνές, αποσπασματικούς διαλόγους που την έχουν αποδιοργανώσει. Δεν τους έχει ζήσει, δεν πρόκειται δηλαδή για αναμνήσεις, ωστόσο αναγνωρίζει ανάμεσα στις φωνές και τη δική της. Έχει δοκιμάσει διάφορες ψυχοθεραπευτικές μεθόδους και κοκτέιλ φαρμάκων, αλλά μάταια. Απεγνωσμένη καταφεύγει σε έναν ψυχοθεραπευτή που χρησιμοποιεί τη μέθοδο της ύπνωσης. Η ίδια υπέρμαχος της επιστημονικής βεβαιότητας θεωρεί την ύπνωση “επιστημονικοφανή τσαρλατανισμό”, γι’ αυτό και αισθάνεται πως έφτασε ως την έσχατη ταπείνωση, αλλά είναι πραγματικά απελπισμένη.

»Α(ντρας): Ψυχοθεραπευτής. Γύρω στα τριάντα πέντε. Αρχικά, φαίνεται να του αρέσει –ή τουλάχιστον συνηθίζει– να κουρεύεται σαν στρατιωτικός. Ντύνεται σαν αντιπρόσωπος φαρμακευτικής εταιρείας, σακάκι, καλογυαλισμένα παπούτσια, άψογα κουμπωμένα όλα, γιακάς, μανσέτες, ζώνη. Φοράει γυαλιά τα οποία βγάζει συχνά, για να πιέσει τη βάση της μύτης του και να τρίψει τα φρύδια του, λες και θέλει κάτι να θυμηθεί ή να ξεχάσει. Στην αρχή το γραφείο του είναι εντελώς απρόσωπο. Σα χειρουργική αίθουσα. Σε κάθε συνεδρία με τη Γυναίκα κάτι αλλάζει. Προστίθεται μια φωτογραφία, μια μολυβοθήκη, ένα επιτραπέζιο φωτιστικό, ένα μισάνοιχτο βιβλίο. Κάθε φορά και ο ίδιος αλλάζει. Λίγο πιο αχτένιστα τα μαλλιά του, ξεκούμπωτο το πουκάμισο στο λαιμό, αθλητικά παπούτσια που η εμφάνισή τους δείχνει πως περπάτησε πολλή ώρα και όχι σε άσφαλτο.

    Η σκηνή διαδραματίζεται στο ιατρείο του. Βρισκόμαστε στη μέση μιας συνεδρίας.»
Την κοίταξε ενοχλημένος.
—Μήπως… θα έπρεπε…
—Λοιπόν, ξεκινάμε; Τον ρώτησε επιτακτικά.
Ένιωσε τον δισταγμό του και τον εξουδετέρωσε προτού δυναμώσει. Το ήξερε καλά πως έπρεπε να πνίξει κάθε του ενδοιασμό όσο ήταν ακόμα καιρός. Έγνεψε αναποφάσιστα αλλά καταφατικά.

 «Γ: Ξέρετε, από τότε που αγάπησα έναν Ποιητή, κάθε πρωί, όταν ανοίγω το παράθυρό μου αισθάνομαι χιλιάδες εγκλωβισμένες σκέψεις, φωνές ανθρώπων που περιμένουν, πώς να τις ακούσω; Ακριβώς απέναντι, κεραίες, απειλητικά δάχτυλα επίκρισης, ψυχρές επιταγές σιωπής. Τριγύρω τους σκόρπια δέντρα απλώνουν απελπισμένα κλαδιά μνήμης, ζητώντας να ξυπνήσω τη λήθη τους. Παράθυρα κλειστά, κοιμούνται ακόμα. Ρούχα πολύχρωμα απλωμένα. Ταράτσες παλιές ξεφτισμένες. Η βεράντα μου σαν πάρκο του μεσοπολέμου. Παγκάκια, κούνιες, φανοστάτες και πέργκολες, ξύλινοι φράχτες με κισσούς, ο ουρανός ελεύθερος σε κοιτάζει με δέος, με θλίψη καμιά φορά και με συμπόνια. Κάποιος... Σσσς! Ακούτε; Ροκανίζει τα σπλάχνα μου… Αυτός ο θόρυβος της σιωπής μ’ εμποδίζει ν’ ακούσω… Βοηθήστε με!

Α: Μη φοβάστε. Θα σας βοηθήσω να βρείτε αυτό που ψάχνετε.
Γ: Είμαι σίγουρη. Γι’ αυτό και σας το αφιερώνω. Ακούστε το.
(απαγγέλλει με στόμφο) 
Ενδιαφέρον επ’ αμοιβή 
οι ώρες σου 
Δώρο σου κάνω
μια βόλτα στων ποιητών την πόλη
(Να ξεγελάσω τη νύχτα πως με νοιάστηκες)
Α: Ακούω αυτά που θέλετε να μου πείτε… Λοιπόν;
Γ: Λοιπόν σκεφτόμουν πως εσείς ξέρετε πάρα πολλά για μένα και εγώ –νομίζετε πως– δεν ξέρω τίποτα για σας.
Α: Τι εννοείτε;
Γ: Μπορώ πολύ εύκολα να υποθέσω ποιος, στην πραγματικότητα, είστε. Ήσασταν καλός μαθητής, όχι όμως Ο άριστος... Έχετε αναμνήσεις δυσαρέσκειας από καθηγητές που σας αδίκησαν. Δεν ήσασταν δημοφιλής στους συμμαθητές σας. Κάποιοι σας πείραζαν, γεγονός που σας ενοχλούσε ιδιαίτερα, αλλά καταφέρνατε να μη το δείχνετε και να το “ξεπερνάτε με αξιοπρέπεια”. Αγαπούσατε τη μητέρα σας, αλλά αρκετές φορές νιώθατε να σας “πνίγει”...
Α: Δεν πρέπει να με εμπλέκετε προσωπικά. 
Γ: Γιατί; Μήπως φοβάστε; 
Α: Δεν έχω να φοβηθώ τίποτα και το ξέρετε πολύ καλά.
Γ: Είστε σίγουρος;
Α: Αρνούμαι να παίξω αυτό το παιχνίδι μαζί σας.
Γ: Πολύ καλά. Εσείς το θελήσατε.
(Η γυναίκα σηκώνεται πάνω απότομα, σχεδόν θυμωμένη ή απλά αποφασισμένη.)»
Σηκώθηκε σύμφωνα με τις σκηνικές οδηγίες του κειμένου κάπως απότομα, αλλά επειδή είδε πως αυτός ξαφνιάστηκε, άλλαξε ύφος και του εξήγησε σιγά καθησυχαστικά, σχεδόν ψιθυριστά.
 —Ας δώσουμε μια μικρή αληθοφάνεια. Στο κάτω-κάτω θέατρο είναι…
Του γύρισε την πλάτη και συνέχισε.

«Γ: Ο πρώτος σας έρωτας ήταν τραυματικός, αλλά το αντέξατε. Όταν γδύνεστε, ποτέ δεν “πετάτε” τα ρούχα σας όπως να ’ναι. Τα τακτοποιείτε, έτσι ώστε να μην τσαλακώνονται. Ποτέ δεν μιλάτε όταν κάνετε έρωτα. Είστε σιωπηλός σαν ψάρι. Όταν φτάνετε σε οργασμό σχεδόν το κρύβετε, ιδιαίτερα, όταν είναι νωρίτερα απ’ ό,τι θα ήθελε η σύντροφός σας (γελώντας). Από το ύφος σας καταλαβαίνω πως “έπεσα μέσα”. Να σας πω και τι σκέφτονται –είμαι σίγουρη– οι ερωμένες σας εκείνη την ώρα;
Α: Ξεπερνάτε τα όρια! Θα με αναγκάσετε να διακόψουμε!

Γ: Συγγνώμη, συγγνώμη, έχετε δίκιο… Με ποιο δικαίωμα; Σας παρακαλώ... σας χρειάζομαι, μη μ’ εγκαταλείπετε κι εσείς. Ξέρετε τη Νίνα από τον Γλάρο του Τσέχοφ; Ήρθε κάποιος και επειδή δεν είχε τι να κάνει σκότωσε τον γλάρο. Αν είμαι κι εγώ κάπως έτσι;  
(Ξαπλώνει αργά, κουρασμένα στο ανάκλιντρο του ιατρείου. Φαίνεται σαν να βυθίζεται σε ύπνωση.)»
Έστρεψε το βλέμμα του ερωτηματικά, μουδιασμένα επάνω της, με τόσην ένταση που το αισθάνθηκε σαν χτύπημα.

     —Σ’ αυτό το σημείο, του εξήγησε απαλά, γίνεται η διαδικασία της ύπνωσης, για να μπορέσει να ολοκληρωθεί η θεραπεία της Γυναίκας. Να συνεχίσουμε; Ρώτησε με γλυκιά  φωνή. Κούνησε σαστισμένα αλλά και με κρυφή έξαψη το κεφάλι του. Αυτή βυθίστηκε αργά στην πολυθρόνα της ευχαριστημένη. Ήταν ολοφάνερο. Είχε αναστατωθεί.

«Α: Για πείτε μου, τώρα, πού βρίσκεστε;
Γ: Ένα βαρύ, γκρίζο, χιονισμένο τοπίο μου πλακώνει την ψυχή. Ταξίδι μοναχικό, γεμάτο από τις θορυβώδεις σιωπές των ανθρώπων. Ο δρόμος, παράξενο, είναι καθαρός από χιόνι, γεμάτος από την γλιστερή λάσπη της βροχής, θρυμματισμένος καφετί πάγος τρυπάει τ’ αυτιά, τα μάτια, τα κόκαλα.  
Α: Και εκεί τι κάνετε;
Γ:(σχεδόν απελπισμένα) Σε ψάχνω και σε ψάχνω κι εσύ λείπεις με το βλέμμα καρφωμένο στο άνοιγμα της μπλούζας μου. Κάνεις πως διαβάζεις βαρύγδουπα, ξενόγλωσσα βιβλία κι εγώ σε κολακεύω ελπίζοντας πως επιτέλους θα σπάσεις τα δεσμά, και θα φανείς να… (με προσδοκία) Θα έρθει όμως πάλι ο Ποιητής μου. Τόσο γλυκά, αθώα φιλιά. Θα με ταξιδέψει στο όνειρο. Θα με αγαπήσει.

Α: (αλλάζοντας ύφος, λες και ξαφνικά επηρεασμένος κι αυτός από τη διαδικασία της ύπνωσης “έγινε” κάποιος άλλος) Κι εσύ τι κάνεις; Του στέλνεις ερωτικές επιστολές γεμάτες δηλητήριο να τον πονάς. Κι αυτός σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί. Σε συγχωρεί.

Γ: Δεν θέλω να με συγχωρούν! Να με ποθούν θέλω! Να με θυμούνται! Με μίσος. Με φθόνο. Με πικρία. Αδιάφορο! Γιατί μόνο έτσι θα είμαι. Θέλω να πεθάνω… Χρόνια το σχεδιάζω. Τι ηδονή στη σκέψη αυτή… Αν δε βρω το κουράγιο για κάτι πιο σκληρό, απλά θα πηδήξω από το μπαλκόνι. Αυτό είναι πιο εύκολο, είναι μια στιγμή, δεν προλαβαίνεις να πονέσεις ή να δειλιάσεις.
(σηκώνεται απότομα, σαν να «ξύπνησε»)

    »Εμπρός! Διαφωνήστε! Προσπαθήστε να με πείσετε! Για την αξία της ζωής, για την παθολογία της απόφασής μου, για το ότι αποτελεί απόρροια της ασθένειας. Αν δεν ήμουν άρρωστη, δεν θα έπαιρνα μια τέτοια απόφαση; Ίσως. Τότε καλύτερα που είμαι άρρωστη, γιατί μου είναι πιο εύκολο. Δεν μπορείτε να καταλάβετε. Όλα ήταν ένα λάθος. Πολύ αργά να γυρίσω πίσω. Τίποτα, ποτέ δεν θα είναι όπως πριν. Πιστέψατε πως μπορείτε να με θεραπεύσετε. Το πίστεψα κι εγώ. Είναι όμως πια αργά. Λυπάμαι.»
Τον είδε έκπληκτη να σηκώνεται από την θέση του και να την πλησιάζει απειλητικά υψώνοντας τον τόνο της φωνής του. Αντιδρούσε πιο έντονα απ’ ό,τι κι αυτή η ίδια περίμενε.     
«Α: Γιατί μου τα λες όλα αυτά; Ξέρεις ότι θα εναντιωθώ. Μήπως κατά βάθος θέλεις να σε αποτρέψω; Μήπως απλώς κοροϊδεύεις τον εαυτό σου; Ή μήπως εκδικείσαι έτσι έναν άντρα ακόμα; Να τον κάνεις να αισθανθεί ότι απέτυχε: Μια ασθενής μου θα αυτοκτονήσει. Θα προσπαθήσω, αλλά δεν θα μπορέσω να την σώσω.
Γ: Υποκριτή! Τα ήξερες όλα! Από την αρχή! Σπουδαίος Θεραπευτής! (μιμούμενη τη φωνή του Α) “…Οι φωνές που ακούτε είναι, εντέλει, η συνείδηση του εσώτερου εγώ σας, που δεν συμβιβάζεται ηθικά με τις ερωτικές σας επιθυμίες…” (ειρωνικά) Κι εγώ είμαι δυστυχισμένη, γιατί είμαι ανίκανη να πετύχω ένα πήδημα με έναν αληθινό Άντρα.
(Ο Α ορμάει πάνω στη Γ ταρακουνώντας την απ’ τους ώμους)
Α: Ποια νομίζεις ότι είσαι; Τι θέλεις από μένα; Να είμαι ο εραστής που θα σε πηδήξει και θα σε παρατήσει; Κι εσύ θα σκοτώσεις τα παιδιά και τη γυναίκα μου; Τότε θα είσαι ευχαριστημένη;
(Την αρπάζει από το λαιμό και πλησιάζει το στόμα του στο δικό της, για να την φιλήσει)
Ή με θέλεις σύζυγο να σε πνίγει η αγάπη του;
(Την αρπάζει από την βουβωνική περιοχή)
Μήπως με προτιμάς τον γιο που θα σκοτώσεις, γιατί θα αρνηθεί να τρέφεσαι απ’ τη νιότη του; 
Γ: Ποτέ δεν είχα την πολυτέλεια να διαλέξω...
Α: Ψέματα! 
(Την ξαπλώνει στο ανάκλιντρο βίαια)
Γ: Αυτό μπορεί να είναι η καταστροφή σου…
Α: Και η δική σου…»


Η γυναίκα τον απώθησε δυνατά και τότε ο Θεραπευτής συνειδητοποίησε πως κρατούσε ακινητοποιημένη την ασθενή του πάνω στο γραφείο και την φιλούσε βίαια στο στόμα. Και το χειρότερο. Δεν το μετάνιωνε. Εκείνη συνέχιζε να τον απωθεί σταθερά.
     —Η παράσταση τελείωσε. Του είπε με μια περίεργα ήρεμη φωνή.
Ανασηκώθηκε, πήγε κοντά στο παράθυρο, το άνοιξε, οι κισσοί σκαρφάλωναν επεκτατικοί σε όλους τους τοίχους. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Έβγαλε το σακάκι της, του οποίου άλλα κουμπιά ήταν ήδη ξεκούμπωτα και άλλα μισοξηλωμένα μετά την τόση παραφορά της «πρόβας» τους. Κάτω απ’ το σκούρο της σακάκι ήταν ολότελα γυμνή. Μια λευκόχροη επιδερμίδα, σχεδόν διάφανη. Ο άντρας την κοίταζε αποσβολωμένος. Οι ωμοπλάτες της ριγούσαν παράξενα. Τα κόκαλα φούσκωναν αφύσικα, λες και ζητούσαν να διαρρήξουν το εύθραυστό της κορμί. Ξαφνικά δυο γωνίες πετάχτηκαν σκίζοντας το λεπτό της δέρμα. Εκείνη έσκυψε ελαφρά στενάζοντας με ηδονή. Δυο γκριζωπά κολλώδη φτερά ξεπρόβαλλαν πάνω στην πλάτη της. Ανασηκώνοντας αργά το σώμα της, γύρισε και τον κοίταξε σιωπηλά.

     Αυτός πάγωσε αντικρίζοντας τη νέα της μορφή. Είχε αποκτήσει μεγάλα αχνογάλαζα, σχεδόν άσπρα, μάτια, ολόλευκο πρόσωπο και κατακόκκινα χείλη. Το στήθος της μικρό και σφιχτό, με θηλές ροδαλές κι ολοστρόγγυλες. Τον πλησίασε περπατώντας αργά και ανάλαφρα πάνω στο ξύλινο πάτωμα. Ο άντρας πισωπάτησε τρομαγμένος. Άπλωσε το χέρι της και τον άγγιξε απαλά. Ένιωσε το άρωμά της να τον ναρκώνει γλυκά. Τα χείλη της τον πλησίαζαν φέρνοντας στη μνήμη του το φιλί της. Εκείνη, λίγο πριν αγγίξει τα χείλη του, έστρεψε απότομα κάπως δεξιότερα το πρόσωπό της και κάρφωσε τα δόντια της στο λαιμό του. Τον αγκάλιασε σφιχτά τυλίγοντάς τον με τα γκρίζα φτερά της, καθώς τα χέρια της χάιδευαν τα μαλλιά του. Έπειτα από λίγο χαλάρωσε τη θανάσιμη αγκαλιά της κι αυτός γλίστρησε άψυχος στο πάτωμα μπροστά στο γραφείο του. Ανασαίνοντας βαθιά σκούπισε τα χείλη της με την ανάστροφη του χεριού της, μάζεψε αργά τα φτερά της και φόρεσε προσεκτικά το σακάκι κουμπώνοντας δύο μόνο κουμπιά. Έριξε μιαν αδιάφορη ματιά στο σώμα του άντρα και μάζεψε από κάτω την τσάντα της. «Περίεργο!» σκέφτηκε. «Δεν αντιστάθηκε καθόλου! Ακριβώς όπως ο Αστέριος. Τελικά όλα τα Τέρατα ίδια είναι!», μουρμούρισε. Και χαμογέλασε ειρωνικά κλείνοντας αθόρυβα πίσω της την πόρτα. 
[ΘΕΡΑΠΕΙΑ, διήγημα της Άννας Αφεντουλίδου που δημοσιεύτηκε στο 5-6 τεύχος του περιοδικού ΘΡΑΚΑ]