Τρίτη, 27 Σεπτεμβρίου 2016

Ο ΚΑΙΑΔΑΣ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ, ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ

Τι σημαίνει να είναι κανείς Γάλλος, Έλληνας, Ιάπωνας, και πώς γίνεται το ένα ή το άλλο; Κι όποιος «γεννιέται» Έλληνας ή Ιάπωνας έχει ευγενέστερη ελληνικότητα ή ιαπωνικότητα από όποιον επιλέγει να γίνει Έλληνας ή Ιάπωνας; Παρεμπιπτόντως, ο Ζαν Μωρεάς τι είναι, Ελληνας ή Γάλλος; Και ο λιγότερο γνωστός Λευκάδιος Χερν, που γεννήθηκε στη Λευκάδα το 1850 από πατέρα Ιρλανδό και μητέρα Ελληνίδα, πολιτογραφήθηκε Ιάπωνας και με το όνομα Γιάκουμο Κοϊζούμι έγινε ένας από τους σημαντικότερους συγγραφείς της Ιαπωνίας, τι είναι: Ελληνας, Ιρλανδός, Ιάπωνας ή πολίτης του κόσμου, αν μετρηθούν και τα χρόνια του σε Γαλλία και ΗΠΑ;  Αν λοιπόν οι Ολυμπιακοί της Βραζιλίας έθεσαν –εκ νέου– το ερώτημα τι σημαίνει έθνος και εθνικότητα, οι Παραολυμπιακοί που ακολούθησαν μας έφεραν μπροστά σε σοβαρότερα και ακανθωδέστερα ερωτήματα: Υπάρχουν άραγε πλάσματα πλήρως ανθρώπινα και άλλα μερικώς ανθρώπινα; Με ποιον βαθμό αναπηρίας κρίνεσαι ανεκτός από την κοινωνία των «ακεραίων», των «αρτιμελών», και με ποιον απορριπτέος στον Καιάδα; Και η ψυχή, υπολογίζεται άραγε η ψυχή σαν μέλος, όπως το χέρι ή το πόδι έστω; Κι αν αυτή είναι μαραγκιασμένη, δηλητηριασμένη και δηλητηριώδης, εξακολουθείς να συναριθμείσαι στους «αρτιμελείς»; [Ο ΚΑΙΑΔΑΣ ΤΟΣΟ ΜΑΚΡΙΑ, ΤΟΣΟ ΚΟΝΤΑ, κι άλλα αποσπάσματα από άρθρο του Παντελή Μπουκάλα στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ της ΚΥΡΙΑΚΗΣ 25/09/2016 με ΚΛΙΚ εδώ]


Παρακάτω: Θεωρούμε εθνικό θρίαμβο και τις παραολυμπιακές νίκες, κι αν ναι, γιατί το χρυσό του Δημοσθένη Μιχαλεντζάκη στην κολύμβηση το ανέδειξαν πρωτοσέλιδα μόνο 2 από τις 12 ημερήσιες αθλητικές εφημερίδες και μόνο μία από τις 16 πολιτικές; Τέλος, πόσους πιστούς συνεχίζουν να έχουν (στις τάξεις της υγειολάγνας ακροδεξιάς, αλλά δυστυχώς και ευρύτερα) οι «ριζικές λύσεις» του Χίτλερ, που δεν αφορούσαν μόνο Εβραίους και Ρομά, αλλά και ανάπηρους, «ελλειμματικούς», «σημειωμένους», ψυχικά ασθενείς – κάθε είδους «κατσαρίδες» και «ποντίκια» δηλαδή, στη ναζιστική ορολογία;

Έχει ακόμα χρήστες η ορολογία αυτή. Έχει δηλαδή θιασώτες η (απάνθρωπη) λογική και η ιδεολογία (του εκκαθαριστικού μίσους) που αποτυπώνεται στη συγκεκριμένη ορολογία. Ένας από αυτούς είναι ο κ. Αρτέμης Σώρρας, που φιλοδοξεί να σώσει την Ελλάδα, αποπληρώνοντας τα χρέη της με τα «αμύθητα πλούτη» που λέει ότι διαθέτει. Τα οποία μάλιστα έχουν την ιδιότητα να αλλάζουν πηγή προέλευσης κάθε δεύτερο μήνα. Πότε είναι από μετοχές της «Τράπεζας της Ανατολής» που κατέχει, πότε από τα κέρδη που απέσπασε πουλώντας μυστικά στον Μπαράκ Ομπάμα «υπερτεχνολογία των αρχαίων Ελλήνων», με την οποία ένα ταξίδι στη Σελήνη, αλέ-ρετούρ, δεν κοστίζει ούτε δεκαδόλαρο κ.ο.κ. Ο κ. Σώρρας λοιπόν, που ήδη βρήκε αρκετούς πιστούς ώστε να ιδρύσει ανά την Ελλάδα 184 παραρτήματα του κόμματός του «Ελλήνων Συνέλευσις» (ένα ακόμη ακροδεξιό κατασκεύασμα, τυπικά αρχαιοκαπηλικό, όπως όλα εκείνα που οι ιδρυτές τους είναι πεπεισμένοι ότι αν γράψουν τα παλιά τριτόκλιτα σε -ις γίνονται περισσότερο Έλληνες), καθύβρισε χυδαιότατα τους αθλητές των Παραολυμπιακών. Τους αποκάλεσε «υβρίδια, ζώα, καθάρματα, μη κανονικούς ανθρώπους» και ό,τι άλλο σκαιό κατέβασε ο φιλάνθρωπος νους του. Και απεφάνθη πως η Παραολυμπιάδα «είναι ύβρις για τους Ολύμπιους Αγώνες» και «μεγάλη προσβολή για τον άνθρωπο». Φοβάμαι ότι όλα αυτά τα προδήλως ρατσιστικά δεν του στέρησαν ούτε έναν οπαδό.

Φίλος της Χ.Α. ο κ. Σώρρας, όπως καταγγέλλουν δημοσιογράφοι που παρακολουθούν εξαρχής τη δράση του, ή όχι, η αλήθεια είναι πως οι επίσημοι εκφραστές του καθ’ ημάς νεοναζισμού (που θαυμάζουν τη Σπάρτη αποκλειστικά για τον Καιάδα της, είτε θρύλος είναι είτε αλήθεια, και απλώς μασκαρεύονται για να παραστήσουν τους λάτρεις του Λεωνίδα) προσέχουν κάπως τη γλώσσα τους, τουλάχιστον στις δημόσιες εμφανίσεις τους, και όσο κρατάει η βαλτωμένη δίκη της Χ.Α. για τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα. Αποφεύγουν λοιπόν να μιλήσουν ευθέως για κατσαρίδες και εντομοκτόνα. Όταν όμως τους δίνεται η ευκαιρία, κάπως μακριά από τα πολλά φώτα, ξεδιπλώνουν χειρωνακτικά και προπηλακιστικά όλο το μεγαλείο της μαύρης ψυχής τους. Όπως στη Χίο, μέσα του μηνός, όταν χρυσαυγίτες και παλιοί υποψήφιοι του ΛΑΟΣ είχαν βγει «πατριωτική» παγανιά κατά προσφύγων και μεταναστών. Και ουρλιάζοντας «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», έδερναν όποιον διαμαρτυρόταν έστω και με το βλέμμα του. Και εκτός από δημοσιογράφους καθύβρισαν και χτύπησαν και τον Χιώτη παραολυμπιονίκη της δισκοβολίας Παντελή Καλόγερο, που η τετραπληγία τον έχει καθηλώσει σε αμαξίδιο. Δεν τον αναγνώρισαν; Χιώτες τον Χιώτη, τον πολυβραβευμένο Χιώτη, που μετέχει μάλιστα ενεργά στα κοινά; Φυσικά και τον αναγνώρισαν. Απλώς, δεν τον συγκαταλέγουν στους «πλήρεις» ή «κανονικούς» ή «σωστούς» Έλληνες. Τι είπε ο ίδιος; «Το οξύμωρο είναι ότι κάποιοι από αυτούς κρατούσαν και την ελληνική σημαία, και πιθανόν να πανηγύρισαν τα μετάλλια που έχω φέρει στην πατρίδα». Ξέρουμε βέβαια πως οι «πατριώτες» αυτού του φυράματος κρατούν τη σημαία όχι για το γαλανόλευκο πανί της, αλλά για το κοντάρι της. Απαραίτητο στις σωφρονιστικές επιθέσεις τους κατά αλλοδόξων και αλλοφύλων.

[ΠΗΓΗ: Παντελής Μπουκάλας, Καθημερινή της Κυριακής, 25 Σεπτεμβρίου 2016]

Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2016

ΤΩΡΑ ΟΛΑ ΟΣΑ ΜΕ ΠΕΡΙΤΡΙΓΥΡΙΖΟΥΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΟΥ ΕΑΥΤΟΥ ΜΟΥ ΚΙ ΕΓΩ ΚΑΤΑΦΕΡΑ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΝΑ ΓΙΝΩ ΟΛΟΣ Ο ΚΟΣΜΟΣ:

Η μελέτη, η σκέψη: κάθε διανοητική δραστηριότητα με παραπέμπει στους καθρέφτες. Σύμφωνα με τον Πλωτίνο η ψυχή είναι ένας καθρέφτης που δημιουργεί τα υλικά πράγματα αντανακλώντας τις ιδέες της ανώτερης λογικής. Ίσως αυτός να είναι και ο λόγος που εγώ, για να σκεφτώ, έχω ανάγκη από καθρέφτες: δεν μπορώ να συγκεντρωθώ παρά μόνο αν έχω μπροστά μου εικόνες που αντανακλούνται, λες και η ψυχή μου έχει ανάγκη, κάθε φορά που θέλει να βάλει σε κίνηση τη διανοητική της δεινότητα, να μιμείται ένα πρότυπο… Μόλις πλησιάσω το μάτι μου σ’ ένα καλειδοσκόπιο νιώθω ότι το μυαλό μου, ακολουθώντας τούτη τη συγκέντρωση και τη σύνθεση των ετερογενών χρωματιστών και γραμμικών κομματιών σε κανονικές φιγούρες, βρίσκει αμέσως ποια διαδικασία πρέπει ν’ ακολουθήσει: έστω κι αν πρόκειται για την προσωρινή και σαθρή αποκάλυψη μιας εντυπωσιακής κατασκευής που σωριάζεται με το παραμικρό χτύπημα των νυχιών στα τοιχώματα του σωλήνα, για να αντικατασταθεί από μια  άλλη στην οποία τα ίδια ακριβώς στοιχεία συγκλίνουν σ’ ένα ανόμοιο σύνολο!..    [Ιταλό Καλβίνο, αποσπάσματα από το έβδομο κεφάλαιο του βιβλίου ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, εκδόσεις Αστάρτη 1982 -  στη φωτογραφία η περίληψη από το οπισθόφυλλο]


ΣΕ ΕΝΑ ΔΙΚΤΥΟ ΓΡΑΜΜΩΝ ΠΟΥ ΤΕΜΝΟΝΤΑΙ ΣΤΟ ΑΠΕΙΡΟ ΚΙ ΑΚΟΜΑ ΠΑΡΑΠΕΡΑ:
Είναι η εικόνα  μου αυτή που θέλω να πολλαπλασιάσω, όχι από ναρκισσισμό ή μεγαλομανία, όπως πολύ εύκολα θα μπορούσε να υποθέσει κανείς: αντίθετα, για να κρύψω ανάμεσα στα διάφορα ουτοπικά φαντάσματα του εαυτού μου, το πραγματικό εγώ που τα κινεί. Γι’ αυτό, αν δε φοβόμουν μην παρεξηγηθώ, δεν θα είχα καμιά δυσκολία να συνοικοδομήσω στο σπίτι μου το ολοκληρωτικά φοδραρισμένο με καθρέφτες δωμάτιο, μέσα στο οποίο θα έβλεπα τον εαυτό μου να περπατά στην οροφή με το κεφάλι κάτω και να εκτοξεύεται προς τα πάνω από το βάθος του πατώματος.

Τούτες οι σελίδες που γράφω θα έπρεπε κι αυτές να μεταδίδουν τη ψυχρή λαμπερότητα μιας στοάς γεμάτης καθρέφτες, όπου ένας περιορισμένος αριθμός μορφών διαθλάται και ανατρέπεται και πολλαπλασιάζεται. Αν η δική μου μορφή διαθλάται σε όλες τις κατευθύνσεις  και πολλαπλασιάζεται σ’ όλες τις γωνίες, είναι για να αποθαρρύνω εκείνους που θέλουν να με καταδιώξουν. Είμαι ένας άνθρωπος με πολλούς εχθρούς, από τους οποίους πρέπει συνεχώς να ξεφεύγω. Έτσι, μόλις θα πιστέψουν  ότι με βρήκαν, θα χτυπήσουν μόνο μια  γυάλινη επιφάνεια στην οποία εμφανίζεται και διαχέεται ένα από τα πολλά είδωλα της πανταχού παρούσας ύπαρξής μου. Είμαι επίσης ένας άνθρωπος που καταδιώκει τους πολλούς εχθρούς του: κάνω την επίθεσή μου πέφτοντας πάνω τους και κινητοποιώντας αδυσώπητες φάλαγγες και μπλοκάροντας όλους τους δρόμους διαφυγής. Σ’ έναν κόσμο γεμάτο κάτοπτρα, ακόμα και οι εχθροί μου μπορούν να πιστεύουν ότι με περικυκλώνουν από παντού, αλλά μονάχα εγώ γνωρίζω τη διάταξη των καθρεφτών, και μπορώ να γίνω άφαντος ενώ εκείνοι θα συγκρούονται και θα φαγώνονται μεταξύ τους…
Από τότε που ξεκαθαρίστηκε  μέσα μου ότι η απαγωγή της αφεντιάς μου θα ήταν η πιο βολική λύση όχι μόνο για διάφορες ειδικευμένες συμμορίες αλλά και για τους πιο σημαντικούς συνέταιρους και ανταγωνιστές μου στον κόσμο των μεγαλοεπιχειρήσεων, κατάλαβα ότι μόνο αν πολλαπλασιαζόμουν, αν πολλαπλασίαζα τον εαυτό μου, την παρουσία μου, τις εξόδους από το σπίτι και τις επιστροφές μου σ’ αυτό, με λίγα λόγια όλες τις ευκαιρίες για μια ενέδρα, θα μπορούσα να μην πέσω στα χέρια των εχθρών μου. Παράγγειλα τότε πέντε Μερσεντές ίδιες με τη δική μου που μπαινοβγαίνουν από τη θωρακισμένη είσοδο της βίλας μου όλες τις ώρες με τη συνοδεία μοτοσικλετιστών της σωματοφυλακής μου, και τοποθέτησα σε κάθε αμάξι μια μαυροντυμένη και μεταμφιεσμένη σκιά που θα μπορούσε να είναι δική μου ή σκιά ενός οποιοδήποτε σωσία  μου. Οι εταιρίες που διευθύνω είναι απλοί τίτλοι χωρίς τίποτα πίσω τους και εδρεύουν σε άδεια, εναλλασσόμενα σαλόνια, οι συσκέψεις, επομένως, στις οποίες λαβαίνω μέρος μπορούν να γίνονται σε διαφορετικές κάθε φορά διευθύνσεις που, για ακόμη μεγαλύτερη ασφάλεια, την τελευταία στιγμή δίνω εντολή ν’ αλλάξουν. Πολύ πιο σοβαρά προβλήματα μου δημιουργεί η εξωσυζυγική σχέση που διατηρώ με μια διαζευγμένη κυρία είκοσι εννέα χρονών ονόματι Λόρνα, αφού αναγκάζομαι να της αφιερώνω δυο και μερικές φορές τρεις εβδομαδιαίες συναντήσεις των δύο ωρών και τριών τετάρτων λεπτών κάθε φορά. Για την προστασία της Λόρνα αρκούσε να καταστήσω αδύνατο τον εντοπισμό της, και το σύστημα στο οποίο κατέληξα είναι εκείνο της οργάνωσης  πολλών ερωτικών ραντεβού την ίδια ώρα, έτσι ώστε οι άλλοι να μην καταλαβαίνουν ποιες είναι οι ψεύτικες ερωμένες μου και ποια η αληθινή. Κάθε μέρα, εγώ και οι σωσίες μου επισκεπτόμαστε, σε διαφορετικές πάντα ώρες, γκαρσονιέρες σπαρμένες σ’ όλη την πόλη που κατοικούνται από ευπαρουσίαστες γυναίκες. Αυτό  το δίκτυο των ψεύτικων ερωμένων μου επιτρέπει να κρύβω τις πραγματικές μου συναντήσεις με τη Λόρνα ακόμα  και από τη σύζυγό μου Ελφρίντα, στην οποία παρουσίασα όλη αυτή τη σκηνοθεσία σαν ένα συνηθισμένο μέτρο ασφαλείας. Όσο γι’ αυτή την τελευταία, την Ελφρίντα, οι συμβουλές μου –να δώσει δηλαδή τη μεγαλύτερη δυνατή δημοσιότητα στις μετακινήσεις της για να αποπροσανατολίσει κάθε πιθανό εγκληματικό σχέδιο- πάνε χαμένες: η Ελφρίντα τείνει να κρύβεται όπως ακριβώς τείνει να αποφεύγει και τους καθρέφτες της συλλογής μου, λες και φοβάται μήπως η εικόνα της κατακερματιστεί και καταστραφεί: μια συμπεριφορά, δηλαδή, της οποίας μου διαφεύγουν οι βαθύτερες αιτίες και λιγάκι μ’ ενοχλεί.

Θα ήθελα όλες αυτές οι λεπτομέρειες που γράφω να είναι σε θέση να δώσουν την αίσθηση ενός μηχανισμού υψηλής πιστότητας αλλά ταυτόχρονα και της εκτυφλωτικής λάμψης που παραμένει έξω από την ακτίνα όρασής μας. Γι αυτό δεν πρέπει να αμελώ να παρεμβάλλω κάθε τόσο κάποια τσιτάτα από ένα αρχαίο κείμενο, για παράδειγμα ένα απόσπασμα από το De magia naturale του Τζιοβάνι Μπατίστα Ντέλα Πόρτα, εκεί όπου λέει  ότι ο μάγος, δηλαδή ο "ιερέας της φύσης" πρέπει να ξέρει "τας αιτίας λόγω των οποίων οι οφθαλμοί εξαπατώνται κάτω από το νερό και εις τους ποικίλων μορφών καθρέφτας, τας αιτίας αι οποία ενίοτε στέλλουν τας εικόνας έξω απ' τους καθρέπτας, να αιωρούνται εις την ατμοσφαίραν, και τον τρόπο με τον οποίον δύναται τις να ίδει καθαρά όσα συμβαίνουν μακριά»

Δεν άργησα να συνειδητοποιήσω ότι η αβεβαιότητα που δημιουργούσε το πήγαινε έλα των πανομοιότυπων αυτοκινήτων μου, δεν αρκούσε για να εξουδετερώσει τον κίνδυνο κάποιων εγκληματικών ενεργειών: σκέφτηκα τότε να εφαρμόσω την πολλαπλασιαστική δύναμη των κατοπτρικών μηχανισμών ενάντια στους ίδιους τους ληστές, οργανώνοντας ψεύτικες απαγωγές σε βάρος κάποιου από τους ψεύτικους εαυτούς μου και στη συνέχεια ψεύτικες ελευθερώσεις μετά την καταβολή ψεύτικων λύτρων. Γι’ αυτό χρειάστηκε να μπω στον κόπο να στήσω μια παράλληλη εγκληματική οργάνωση, συσφίγγοντας όλο και πιο πολύ τις στενές επαφές με τον υπόκοσμο. Κατάφερα έτσι να έχω στη διάθεσή μου ένα μεγάλο αριθμό πληροφοριών για τις απαγωγές που ετοιμάζονταν, ώστε να μπορών να επεμβαίνω πάντα τη σωστή στιγμή, τόσο για να προστατέψω τον εαυτό μου όσο και για να εκμεταλλευτώ τις δυσκολίες των επαγγελματικών μου αντιπάλων.    

Στο σημείο αυτό η διήγηση θα μπορούσε να υπενθυμίσει ότι ανάμεσα στις διάφορες αρετές των κατόπτρων που τα αρχαία βιβλία πραγματεύονται, περιλαμβάνεται και η ικανότητα των κατόπτρων να δείχνουν τα μακρινά και σκοτεινά πράγματα. Οι Άραβες γεωγράφοι του Μεσαίωνα, στις περιγραφές που κάνουν για το λιμάνι της Αλεξάνδρειας θυμίζουν την κολόνα που ορθώνεται στο νησί του Φάρου και φιλοξενεί στην κορυφή της έναν ατσάλινο καθρέφτη που δείχνει από μια τεράστια απόσταση τα πλοία που έρχονται από την Κύπρο, την Κωνσταντινούπολη και όλες τις χώρες των Ρωμαίων. Τα κοίλα κάτοπτρα μπορούν να συλλάβουν τα πάντα συγκεντρώνοντας τις ακτίνες. «Ο ίδιος ο Θεός, του οποίου κανείς δεν μπορεί να δει ούτε το σώμα ούτε την ψυχή -γράφει ο Πορφύριος- αφήνεται να θαυμάσει τον εαυτό του σ’ ένα καθρέφτη» Μαζί με τη φυγόκεντρη δέσμη ακτινών που προβάλλει την εικόνα μου σε όλες τις δυνατές διαστάσεις του χώρου, θα ήθελα τούτες οι σελίδες να δίνουν και την αντίθεση κίνηση με την οποία καταφτάνουν  σ’ εμένα από τους καθρέφτες οι εικόνες που η συνηθισμένη όραση δεν μπορεί ν’ αγκαλιάσει. Από καθρέφτη σε καθρέφτη -να τι συμβαίνει συχνά να ονειρεύομαι- το σύνολο των πραγμάτων, ολόκληρο το σύμπαν, η θεία γνώση, θα μπορούσαν να συγκεντρώσουν τις φωτεινές τους ακτίνες σ’ ένα μοναδικό καθρέφτη. Ή ίσως η γνώση όλων αυτών είναι θαμμένη στην ψυχή, κι ένα σύστημα καθρεφτών που θα πολλαπλασίαζε την εικόνα μου στο άπειρο και θα αποκαθιστούσε την πεμπτουσία του σε μία και μοναδική εικόνα, θα μπορούσε να μου αποκαλύψει την ψυχή όλων των πραγμάτων που κρύβονται στη δική μου ψυχή.

Το σχέδιο της απαγωγής μου ήταν το εξής: ανάμεσα στις μοτοσικλέτες Χόντα της σωματοφυλακής μου και το τεθωρακισμένο αυτοκίνητο στο οποίο θα ταξίδευα θα έπαιρναν θέση τρεις μοτοσικλέτες Γιαμάχα με τρεις ψευτοαστυνομικόυς  που θα φρέναραν απότομα πριν τη στροφή. Σύμφωνα με το δικό μου σχέδιο αντιπερισπασμού, αντίθετα, τρεις μοτοσικλέτες Σουζούκι θα ακινητοποιούσαν τη Μερσεντές μου πεντακόσια μέτρα πιο πριν, για μια ψεύτικη απαγωγή. Όταν όμως είδα να σταματάνε το αυτοκίνητό μου τρεις μοτοσικλέτες Καβασάκι σε μια διασταύρωση πολύ πιο πριν από τις άλλες δύο προβλεπόμενες διασταυρώσεις, τότε κατάλαβα ότι το αντισχέδιο μου είχε βγει ματ από ένα άλλο αντι-σχέδιο του οποίου αγνοούσα τους εντολοδόχους.
Όπως σ’ ένα καλειδοσκόπιο, οι υποθέσεις που θα ήθελα να καταχωρίσω σε τούτες εδώ τις γραμμές διαθλώνται και αποκλίνουν, έτσι ακριβώς πέρναγε κομμάτια-κομμάτια μπροστά από τα μάτια μου ο χάρτης της πόλης που είχα αποσυνθέσει σε μικρά τμήματα για να εντοπίσω τη διασταύρωση όπου, σύμφωνα με τις πληροφορίες μου, θα μου έστηναν ενέδρα, και για να ορίσω το σημείο από το οποίο θα μπορούσα να αιφνιδιάσω τους εχθρούς μου ώστε να μεταστρέψω προς όφελός μου το σχέδιό τους. Όλα τώρα πιο μου φαίνονταν σίγουρα, ο μαγικός καθρέφτης συγκέντρωνε όλες τις δυνάμεις του κακού και τις έβαζε στην υπηρεσία μου. Δεν είχα λογαριάσει βέβαια ένα τρίτο σχέδιο απαγωγής μελετημένο από αγνώστους. Ποιοι ήταν, όμως αυτοί;

Προς μεγάλη μου έκπληξη, οι απαγωγείς με οδηγούν, αντί σε μια μυστική κρυψώνα, στο σπίτι μου και με κλείνουν στην αίθουσα με τους καθρέφτες που είχα φτιάξει με τόση φροντίδα με βάση τα σχέδια  του Αθανάσιου Κίρτσερ. Οι καθρέφτινοι τοίχοι αναπαρήγαγαν αμέτρητες φορές την εικόνα μου. Με είχε άραγε, απαγάγει ο ίδιος ο εαυτός μου; Μήπως μία από τις διάφορες εικόνες που είχα προβάλει στον κόσμο, είχε πάρει τη θέση μου και με απομόνωνε τώρα στο ρόλο του απλού ειδώλου; Μήπως είχα πραγματικά καλέσει το Θεό του Σκότους κι αυτός είχε παρουσιαστεί με τη δική μου μορφή;
Στον καθρέφτη του πατώματος βρίσκεται πεταμένο ένα δεμένο γυναικείο σώμα. Είναι η Λόρνα. Κάθε φορά που επιχειρεί μια κίνηση, η γυμνή της σάρκα επαναλαμβάνεται  σε όλους τους καθρέφτες. Πέφτω πάνω της για να την απελευθερώσω από τα σκοινιά και το φίμωτρο, για να την αγκαλιάσω. Εκείνη όμως στρέφεται εναντίον μου, σε έξαλλη κατάσταση.
-Νομίζεις ότι τώρα μ’ έχεις στο χέρι σου; Κάνεις λάθος!, λέει και μπήγει τα νύχια της στο μούτρο μου. Είναι φυλακισμένη μαζί μου; Είναι δική μου φυλακισμένη; Μήπως είναι αυτή η ίδια η δική μου φυλακή;

Στο μεταξύ έχει ανοίξει μια πόρτα. Η Ελφρίντα κάνει μερικά βήματα προς το μέρος μου.
-Γνώριζα τον κίνδυνο που σε απειλούσε και τα κατάφερα να σε σώσω, λέει, ίσως το σύστημα ήταν λίγο βάναυσο, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Τώρα όμως δε βρίσκω πια την πόρτα αυτού του κλουβιού με τους καθρέφτες. Πες μου, γρήγορα, πώς θα βγω από δω μέσα;
Ένα μάτι κι ένα φρύδι της Ελφρίντα, ένα πόδι χωμένο μέσα σε εφαρμοστές μπότες, η γωνία του στόματός της με τα λεπτά χείλη και τα υπερβολικά άσπρα δόντια της, ένα χέρι με βέρα που σφίγγει ένα ρεβόλβερ, επαναλαμβάνονται γιγαντωμένα στους καθρέφτες, κι ανάμεσα σ’ αυτά τα θρύψαλα ανθρώπινης μορφής παρεμβάλλονται κομματάκια από το δέρμα της Λόρνα, σαν μικρά τοπία από κρέας. Ήδη δεν είμαι πια σε θέση μα διακρίνω τι ανήκει στη μια και τι ανήκει στην άλλη, χάνομαι, νιώθω ότι έχω χάσει τον εαυτό μου, δεν βλέπω την εικόνα μου αλλά μονάχα τη δική της. Σ’ ένα απόσπασμα του Νοβάλις, ένας μύστης που καταφέρνει να βρει τη μυστική κατοικία της Ίσιδος, σηκώνει το πέπλο της θεάς… Τώρα μου φαίνεται ότι όλα όσα με περιτριγυρίζουν  είναι ένα κομμάτι του εαυτού μου, ότι εγώ επιτέλους κατάφερα να γίνω όλος ο κόσμος.

Το ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ… του Ιταλό Καλβίνο είναι ένα μυθιστόρημα με θέμα την ευχαρίστηση που νιώθουμε όταν διαβάζουμε μυθιστορήματα. Πρωταγωνιστής είναι ο Αναγνώστης που αρχίζει δέκα φορές να διαβάζει ένα βιβλίο και που λόγω κάποιων γεγονότων ανεξάρτητων από τη βούλησή του, δεν κατορθώνει να τελειώσει ποτέ. Χρειάστηκε επομένως να γράψω την αρχή δέκα μυθιστορημάτων γραμμένων υποτίθεται από δέκα συγγραφείς που όλοι κατά κάποιο τρόπο ήταν διαφορετικοί από μένα και διαφορετικοί μεταξύ τους… Με τα λόγια αυτά ο Ιταλό Καλβίνο παρουσίασε το εν λόγω μυθιστόρημα, που ξάφνιασε, συζητήθηκε και τελικώς αγαπήθηκε όσο κανένα από τα έργα του. Το ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ, υπήρξε όχι μόνο μια αξεπέραστη σπονδή στο λογοτεχνικό είδος του μυθιστορήματος αλλά και το έργο που άνοιξε νέους δρόμους για τη λογοτεχνία του 21ου Αιώνα 


Τετάρτη, 14 Σεπτεμβρίου 2016

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΕΣ, ΚΟΝΤΟΦΘΑΛΜΟΙ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΕΣ ή ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ΙΠΠΟΤΕΣ ΠΟΥ ΚΥΝΗΓΟΥΝ ΤΙΣ ΧΙΜΑΙΡΕΣ ΤΟΥΣ…

Φρονιμότατε Σεϊτ Χαμίτ, Μάθε πως ο Δον Κιχώτης γεννήθηκε και για μένα. Ως παράδειγμα προς αποφυγήν. Τούτο διότι επέδειξε μια ακραία αδυναμία της φαντασίας. Έχει ανάγκη τη δράση για να εκπληρωθούν οι βαθύτεροι πόθοι της. Εγώ, αντιθέτως, δεν βγήκα ποτέ από τη βιβλιοθήκη μου. Ζω απομονωμένος, φέρνοντας στο φως τους ήρωες των αναγνωσμάτων μου. Διαχειρίζομαι την έκσταση μόνο με το νου, το πνεύμα μου και μόνο καλπάζει, εγώ, ο ιππότης της ανάγνωσης. Στα σύννεφα έχτισα την επικράτεια μου και χάρισα ένα νησί στον υπηρέτη μου. Θλίβομαι για τη γελοιοποίηση στην οποία τον έχετε υποβάλει τόσα χρόνια. Και όμως δεν θα είχε ανάγκη τους κακόβουλους μάγους να σώσουν τα προσχήματα, αν είχε το σθένος να μην επιχειρήσει την έξοδον από το χωριό μου, να μη ζητήσει άλλη εκπλήρωση πλην αυτή της φαντασίας του. Αυτό που ζω είναι αυτό που ονειροπολώ  [Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΓΕΝΝΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ αυτή ήταν μια ιστορία για τον ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗ του Φερ¬νάν¬το Κα¬έ¬ι¬ρο από τις πολλές και διαφορετικές ΙΣΤΟΡΙΕΣ σε (λιγότερες από) 150λέξεις με τον ήρωα του Θερβάντες, όπως αναρτήθηκαν στο ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ  -ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ, ένα ιστολόγιο για το μικρό Διήγημα. Κεντρική ιδέα των μικροδιηγημάτων θα μπορούσε να είναι το ποίημα του Καρυωτάκη με τον ίδιο τίτλο.
Μπορεί να μείνουνε κατόπι μας οι στίχοι
δέκα μονάχα στίχοι να μείνουνε
καθώς τα περιστέρια που σκορπούν
οι ναυαγοί στην τύχη
κι όταν φέρουν το μήνυμα δεν είναι πια καιρός… [ART by Vorsin del arte]


ΣΑΝΤΣΟ; 

Σήμερα μου έφεραν έναν νέο τρόφιμο. «Δον Κιχώτης». Η καρτέλα του λέει «Ήρεμος και αβλαβής» (όσο κι αν μοιάζει νούμερο παλιάς επιθεώρησης, υπάρχουν στα νοσοκομεία μας και Ναπαολέοντες και Μεγαλέξανδροι…).
Έμοιαζε με τον παραδοσιακό Δον Κιχώτη, όπως τον ζωγράφισε ο Ντορέ. Ψηλός, ξερακιανός, με μούσι τράγου.
«Ο αγώνας συνεχίζεται», μου είπε εμπιστευτικά. Τα μάτια του ήταν γαλανά, ξεπλυμένα.
«Είμαστε πολλοί –κι ας μη φαινόμαστε», συνέχισε. «Θα τον αλλάξουμε τον κόσμο».
Σώπαινα. Τι να πω;  
Μετά με έπιασε από τους ώμους και κοιτώντας με στα μάτια, μου εξήγησε το πρόβλημά του. «Για να πετύχουμε, όμως, χρειαζόμαστε πιστούς υπηρέτες. Πάντα εμείς οι ιππότες βασιζόμασταν στους υπηρέτες. Ο Σαντσο Πάντσα τάιζε και ξύστριζε τον Ροσινάντε, ετοίμαζε καιτο δικό μου φαγητό. Χωρίς αυτόν είμαι άχρηστος. Έχετε μήπως κανέναν εδώ;  
Τι να τουπω; Ότι τριάντα χρόνια ψυχίατρος είχα δει α ρκετούς Δον Κιχώτες, αλλά ούτε έναν Σάντσο; [Νίκος Δήμου]

ΟΛΟΝΥΧΤΙΣ ΑΚΙΝΗΤΟΣ, ΦΙΓΟΥΡΑ ΨΙΛΟΛΙΓΝΗ ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΟΦΩΣ, Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ:

Τον εξεγέλασε η Μαριτόρνες πως τάχα η κυρά της στέργει να φιλήσει το γενναίο του μπράτσο. Ανέβη ορθός στη σέλα, το ’χωσε στο φεγγίτη. Να δει πόσο δυνατοί οι μύες, πώς φουσκώνουν οι φλέβες. Το παλιογύναιο έδεσε τη χείρα του με το καπίστρι από το μάνταλο της θύρας, τον αφήκε να νομίζει πως μάγια του ’χουν κάνει. Ήταν να κουνηθώ ρούπι; Ξημερωθήκαμε έτσι. Θα άντεχα κι άλλες το μαρτύριο εγώ το άλογό του ο Ροθινάντε, αν δεν με πλησίαζε φοράδα βαρβατωμένη. Κουνήθηκα να τη μυρίσω, να χαϊδευτούμε. Και τότες εκρεμάστη μια πιθαμή από το έδαφος, μούγκρισε ο καημένος. Σωριάστη καταγής σαν του ’κοψε τα δεσμά η υπηρέτρα. Μα τα δεσμά του μυαλού για μάγια και ιπποσύνες ποιος θα του κόψει; Ή μήπως όχι; Καλύτερα έτσι, φευγάτος από τα ψέματα του κόσμου του αχρείου;
[Κώστας Ακριβός, Ο δον Κιχότε δέσμιος όχι μόνον από έρωτα]

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΤΡΕΛΑΙΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΙΠΠΟΤΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΩΝ:  

Πετάχτηκα στον ύπνο μου από τη φασαρία. Φόρεσα τις παντόφλες και πήγα στο σαλόνι. Ο ένας πετούσε βιβλία στον άλλο! Τα μισά βιβλία μου πεταμένα στο πάτωμα!
-Τι συμβαίνει; Πάλι τα ίδια;
-Αυτός άρχισε πρώτος»!
-Δεν τον αντέχω άλλο! Τη μια με βάζει να ξιφομαχώ με τουλούμια γεμάτα κρασί, την άλλη να ορμώ με το δόρυ μου σε ανεμόμυλους, την Τρίτη να κυνηγάω λευκές φάλαινες στα πέρατα της γης… Δεν υποφέρεται πια! Εμένα βρήκε να κοροϊδέψει;»
Και συνέχισαν το βιβλιοχαμό!!!      
Τους πήρα και τους δύο και τους πέταξα απ’ το παράθυρο κατευθείαν απέναντι στον ανοιχτό κάδο ανακύκλωσης. 
Τους Τόμους!!!
[ΔΙΠΟΝΤΟ του Π. Ενιγουεϊ]

Ο ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ  

Ακούς πρώτα τα πέταλα του αλόγου στην άσφαλτο, κοιτάζεις απ’ το παράθυρο, απίστευτο, ο Δον Κιχώτης, ο ήρωας των παιδικών σου χρόνων, στέκεται εκεί, στο πεζοδρόμιο και περιμένει να του ανοίξεις. Σκουπίζεις γρήγορα τα δάκρυα, κατεβαίνεις με τις παντόφλες, ήρθες την κατάλληλη στιγμή, γενναίε ιππότη, δεν αντέχω άλλο, ο διευθυντής μου με κάνει κάθε μέρα σκουπίδι, τα ξέρω όλα ευγενέστατη δέσποινα, ας μην χάνουμε  καιρό!.. Να ’μαστε κιόλας στο γραφείο του, Ποιος είστε κύριε; οι Απόκριες αργούν ακόμα, τα λόγια στην περίπτωσή σου περιττεύουν καταραμένο κάθαρμα, το σπαθί του ιππότη κατεβαίνει με δύναμη, χαρτιά αιωρούνται και διασκορπίζονται στο πάτωμα, ο διευθυντής πέφτει αιμόφυρτος απ’ την καρέκλα, πλήρωσε και με το παραπάνω την απαίσια συμπεριφορά του, αγκαλιάζεις τον ιππότη γεμάτη ευγνωμοσύνη, ανεβαίνετε και οι δυο στον Ροσινάντη, δεν καλπάζει,  πετάει, τα πόδια του ίσα που αγγίζουν τις κεραίες των πολυκατοικιών, άδικα στεναχωριόσουν, η λύση ήταν τελικά τόσο απλή!..  Μια ιστορία της Γαλήνης Σαουλίδου όπως αναρτήθηκε στο  ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ  -ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΠΟΝΖΑΪ (ένα ιστολόγιο για το μικρό Διήγημα)

ΓΙΑ ΤΗ ΔΟΝΙΑ ΔΟΥΛΤΣΙΝΕΑ

Τους το είχε ψιθυρίσει ο άνεμος που τα μαρτυράει όλα κι από εκείνη τη μέρα δεν έβρισκαν ησυχία. Πρώτη φορά είχαν ν’ αντιμετωπίσουν έναν τόσο φοβερό κίνδυνο, αλίμονο, η μοίρα τους ήταν προδιαγεγραμμένη. Γιατί μπορεί να γνώριζαν χίλια δυο πράγματα, μπορεί να σήκωναν βουνά με τα χέρια τους, να έλιωναν πόλεις στο πάτημά τους, αλλά δεν είχαν μάθει ποτέ ν’ αγαπούν. Ήταν γίγαντες. Δεν ήξεραν τα τερτίπια του έρωτα, δεν είχαν αισθανθεί ποτέ τις βουτιές του, τα ρίγη του, τα χτυποκάρδια του. Πώς ν’ α ντιμετωπίσεις κάτι που δεν γνωρίζεις; Στην αρχή ένιωσαν το ζεστό αέρα στο πρόσωπό τους, ύστερα μια λόγχη, ένα βέλος, μια αιχμή άρχισε να τους τρυπάει έναν-έναν. Κουνούσαν μ’ απελπισία τα χέρια τους καθώς έβλεπαν τα πόδια  τους να ριζώνουν στη γη. Δυνατά τα ξόρκια. Άνιση μάχη. «Για τη Δόνια Λουλτσινέα»!.. ήταν οι τελευταίες λέξεις που άκουσαν πριν μεταμορωθούν σε ανεμόμυλους. [Ιωάννα Αμπατζή]  

ΜΙΑ ΕΥΤΥΧΙΑ ΑΠΛΗ

Ο κόσμος γέμισε τρελούς. Άλλοι νομίζουν τους εαυτούς τους θεόσταλτους, άλλοι τραβούν προς νότο να κουρσέψουν τον κόσμο και μερικοί αναγγέλλουν τη Δευτέρα Παρουσία. Μια φορά ένα από τους θεοπάλαβους που κυκλοφορούν στην ύπαιθρο ήρθε έξω από το μύλο μου και χτυπούσε τα φτερά του, φωνάζοντας ότι σκοτώνει γίγαντες. Εγώ έμεινα μέσα, είχα σιτάρι να αλέσω. Αν όμως μου έκανε ζημιά, θα τον κυνηγούσα με το φτυάρι. Το σκεφτόμουν και γέλαγα. 
Μα τώρα δεν μπορώ πια να γελάσω. Το κακό της τρέλας χτύπησε και το σπιτικό μου. Η μονάκριβη κόρη μου, η Χουάνα, άρχισε να βλέπει πνεύματα και νεκρούς που της λένε να κατέβει στην Αίγυπτο και να ζήσει σαν τον Άγιο Αντώνιο, μέσα σε τάφους και πηγάδια, παλεύοντας τους πειρασμούς. Δεν ξέρω τι να σκεφτώ. Στις μέρες μας, κανένας πλέον δεν ορέγεται μια  ευτυχία απλή, όλοι θέλουν να γίνουν άγιοι, ήρωες και βασιλιάδες. [Άννα Γρίβα]  

και μια ιστορία αδέσποτη του Αντώνη Αντωνάκου: ΔΟΛΩΜΑ ΓΙΑ ΝΥΦΙΤΣΕΣ 

Ο Δον Κιχώτης έχωσε το κεφάλι στη μασχάλη κι άρχισε να τρίβει τα ρουθούνια του.
Ανέμελος στην ησυχία της νύχτας, σχεδόν υπνωτισμένος και ελεύθερος σαν μεθυσμένος νεκροθάφτης, ξαπλωμένος στην ταφόπλακα δίπλα στην υγρασία και τη μούχλα, κοντά στους ποντικούς που ροκανίζουν τα κιβούρια, μύριζε πάνω του το άρωμα της Δουλσινέας.
Ερεθισμένος απ’ την αψιά μυρουδιά που έμοιαζε με άρωμα αγριόχηνας γαρνιρισμένης με ελιές και κρεμμύδια.
Μύριζε την μεθυστική μασχάλη της.
Μύριζε τον ιδρώτα όλων των γυναικών και όλων των ανθρώπων απ’ την παιδική ηλικία ως τα γεράματα, ακολουθώντας την διαδρομή που τον οδηγούσε απ’ την ξινίλα του χυμένου γάλακτος στο δέρμα του βρέφους στη λιγότερο στυφή και πιο γλυκανάλατη ξινίλα των γηρατειών.
Μονάχα ο Σάντσο Πάντσα θα μπορούσε να τον ξυπνήσει απ’ το λήθαργο.
Μα ο Σάντσο Πάντσα ήταν ήδη νεκρός και μόνος κάτω απ’ την κρύα γη, κρατώντας σφιχτά το σπάγκο με το κεφάλι του πετεινού [από τον προσωπικό ιστολόγιο του Αντώνη Αντωνάκου Ο ΑΔΕΣΠΟΤΟΣ ΣΚΥΛΟΣ]

Τετάρτη, 7 Σεπτεμβρίου 2016

ΣΚΥΒΟΝΤΑΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΗΜΝΗΣ ΠΛΑΓΙΑΣ ΕΝΙΩΣΑ ΤΗΝ ΤΕΛΕΙΑ ΑΡΜΟΝΙΑ ΤΟΥ ΣΥΜΠΑΝΤΟΣ:

Πείθομαι όλο και περισσότερο ότι ο κόσμος θέλει να μου πει κάτι, να μου στείλει μηνύματα, αγγέλματα, σήματα… Νωρίς το πρωί πήγα στο μετεωρολογικό παρατηρητήριο, ανέβηκα στο ξύλινο βάθρο και έμεινα εκεί όρθιος, ν’ ακούω το τικ τακ των διάφορων οργάνων σαν να ήταν μια ουράνια μουσική. Ο άνεμος διαπερνούσε τον πρωινό ουρανό παίρνοντας μαζί του ελαφρά συννεφάκια. Τα συννεφάκια έπαιρναν τη μορφή θυσάνων, ύστερα σωρειτών. Γύρω στις εννιάμισι ξέσπασε μια βροχή και το βροχόμετρο σημείωσε κάποια εκατοστόλιτρα. Ακολούθησε ένα σύντομο, μικρό ουράνιο τόξο, μετά ο ουρανός σκοτείνιασε ακόμα μια φορά, ο δείχτης του βαρόμετρου άρχισε να κατεβαίνει και να σχεδιάζει στο χαρτί μια σχεδόν κάθετη γραμμή. Ύστερα βούιξε μια βροντή και άρχισε να πέφτει χαλάζι. Εγώ, εκεί πάνω στην κορυφή, ένιωθα σαν να κρατούσα στο χέρι μου τα ξαστερώματα και τις καταιγίδες, τους κεραυνούς και τις αντάρες: όχι σαν ένας θεός, μη με νομίζετε τρελό, δεν ένιωθα σαν το νεφεληγερέτη Δία, αλλά κάτι σαν διευθυντής ορχήστρας που έχει μπροστά του μια ήδη γραμμένη παρτιτούρα, και ξέρει ότι οι ήχοι που βγαίνουν από τα διάφορα όργανα συμφωνούν μ’ ένα σχέδιο του οποίου αυτός είναι ο μόνος προστάτης και θεματοφύλακας. Η λαμαρίνα της στέγης αντηχούσε όπως αντηχεί ένα ταμπούρλο κάτω από  καταιγισμό χτυπημάτων. Το ανεμόμετρο στροβιλιζόταν… τούτο το σύμπαν, το γεμάτο ξεσπάσματα κι εκρήξεις μπορούσε να μεταφραστεί σε αριθμούς που καταχωρούσα στα κατάστιχα. Μια υπέρτατη γαλήνη κυριαρχούσε στο γενικό κατακλυσμό. Σ’ εκείνη τη στιγμή της ολοκλήρωσης και της αρμονίας ένα τρίξιμο μ’ έκανε να χαμηλώσω το βλέμμα μου. Κουλουριασμένος ανάμεσα στα σκαλιά του βάθρου και τις κολόνες του υπόστεγου, ήταν ένας αξύριστος άνδρας, ντυμένος με μια χοντροκομμένη ριγέ στολή μουσκεμένη απ’ τη βροχή. Με κοίταξε μ’ ένα καθαρό, σταθερό βλέμμα.
-Δραπέτευσα, είπε. Μη με καρφώνετε. Θα πρέπει να πάτε να ειδοποιήσετε ένα άτομο. Θέλετε; Βρίσκεται στο ξενοδοχείο τοθ Θαλάσσιου Κρίνου. Αμέσως ένιωσα ότι σ’ εκείνη την τέλεια αρμονία του σύμπαντος είχε ανοίξει ένα ρήγμα, ένα αγεφύρωτο χάσμα [αποσπάσματα από το βιβλίο του Ίταλο Καλβίνο ΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΤΟΥ ΧΕΙΜΩΝΑ ΕΝΑΣ ΤΑΞΙΔΙΩΤΗΣ… εκδόσεις Αστάρτη 1982. Η ατμόσφαιρα αυτού του βιβλίου είναι χιλιάδες βιβλία μαζί. Όσο για τους ήρωες του… μα είσαι εσύ, αναγνώστη κι εσύ, αναγνώστρια που ζείτε την ερωτική περιπέτεια της ανάγνωσης και τη μυθιστορηματική περιπέτεια του έρωτά σας - ART WORK: Quint-Buchholz]:




Ο ΑΔΙΟΡΑΤΟΣ ΚΟΣΜΟΣ ΤΗΣ ΦΑΝΤΑΣΙΑΣ (αποσπάσματα από το 4ο κεφάλαιο)
Το διάβασμα είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή… και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο

Το διάβασμα, λέει ο καθηγητής, είναι πάντα η ίδια υπόθεση: υπάρχει κάτι που είναι εκεί, ένα πράγμα φτιαγμένο από γραφή, ένα στερεό, υλικό αντικείμενο που κανείς δεν μπορεί ν’ αλλάξει, και μέσα από αυτό το πράγμα έρχεσαι ν’ αναμετρηθείς με κάτι άλλο που δεν είναι μπροστά σου, κάτι διαφορετικό που ανήκει στο μη υλικό, στον αδιόρατο κόσμο, έναν κόσμο που υπάρχει μονάχα στο μυαλό μας, στη φαντασία μας ή έναν κόσμο που ίσως κάποτε να υπήρξε και τώρα πια δεν υπάρχει γιατί χάθηκε, γιατί είναι απλησίαστος, εκεί στη χώρα των νεκρών…

Ίσως όμως να μην βρίσκεται μπροστά μας γιατί ακόμα δεν υπάρχει, γιατί είναι κάτι το επιθυμητό, κάτι που φοβόμαστε, κάτι το πιθανό ή το απίθανο – λέει η Λουντιμίλα – γιατί το διάβασμα είναι η συνάντηση με κάτι που πρόκειται να υπάρξει, αλλά ακόμα κανείς δεν ξέρει αν τελικά θα υπάρξει… (Να, τώρα βλέπεις την Αναγνώστρια απασχολημένη ν’ αγναντεύει, πέρα από τα περιθώρια της τυπωμένης σελίδας, τα πλοία των σωτήρων ή των κατακτητών να ξεπροβάλουν στον ορίζοντα, στις τρικυμίες…). Το βιβλίο που τώρα θα ήθελα να διαβάσω είναι ένα μυθιστόρημα όπου κανείς θα νιώθει την ιστορία που έρχεται σαν ένα θολό μπουμπουνητό, σαν την ιστορία του ανθρώπινου πεπρωμένου, ένα μυθιστόρημα που θα σου δίνει την αίσθηση ότι ζεις μια ταραχή που ακόμα δεν έχει όνομα, δεν πήρε σχήμα…

ΤΕΤΑΡΤΗ ΒΡΑΔΥ. Κάθε βράδυ περνώ τις πρώτες ώρες της νύχτας γράφοντας αυτές τις σελίδες που δεν ξέρω αν θα διαβάσει ποτέ κανένας. Ο γυάλινος γλόμπος του δωματίου μου στο Πανδοχείο φωτίζει τη ροή της γραφής μου που είναι ίσως υπερβολικά νευρική για να μπορέσει ποτέ να τη διαβάσει ένας μελλοντικός αναγνώστης. Ίσως αυτό το ημερολόγιο να ξαναβγεί στο φως πολλά και πολλά χρόνια μετά το θάνατό μου, όταν η γλώσσα μας θα έχει υποστεί ποιος ξέρει πόσες αλλαγές, και κάποιες λέξεις και εκφράσεις που εγώ χρησιμοποιώ σωστά, θα ακούγονται περίεργα και δεν θα τις χρησιμοποιεί κανείς. Όποιος, πάντως, βρει το ημερολόγιο μου θα έχει μια σίγουρη υπεροχή σε σχέση μ’ εμένα: από μια ήδη γραμμένη γλώσσα μπορεί πάντοτε, ο οποιοσδήποτε να εκμαιεύσει ένα λεξιλόγιο και μια γραμματική, ν’ απομονώσει φράσεις, να τις μεταγράψει ή να τις παραφράσει σε μια άλλη γλώσσα, ενώ εγώ προσπαθώ να διαβάσω, στην ακολουθία των πραγμάτων που καθημερινά παρουσιάζονται μπροστά μου, τις προθέσεις του κόσμου για τον εαυτό μου, και προχωρώ ψηλαφητά ξέροντας πως δεν μπορεί να υπάρξει κανένα λεξιλόγιο ικανό να μεταφράσει σε λέξεις το βάρος των σκοτεινών υπαινιγμών που σφραγίζει τα πράγματα. Θα ήθελα αυτό το φτερούγισμα των προαισθήσεων και των αμφιβολιών να φτάσει σε όποιον θα με διαβάσει όχι σαν ένα τυχαίο εμπόδιο στην κατανόηση όσων γράφω αλλά σαν η ίδια η ουσία. Κι αν η πορεία των σκέψεών μου φανεί φευγαλέα σε όποιον προσπαθήσει να την ακολουθήσει ξεκινώντας από ριζικά διαφορετικές διανοητικές συνήθειες, το σημαντικό είναι να του γίνει κατανοητή η προσπάθεια που κάνω για να διαβάσω πίσω από τις γραμμές των πραγμάτων τη σημασία των μελλούμενων, μια σημασία που ακόμα μου διαφεύγει.

[Απελευθερώνεσαι με γρήγορα ζιγκ ζαγκ, και με ένα πηδηματάκι μπαίνεις στην ακρόπολη των Καινούργιων Βιβλίων Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Σε Ελκύουν. Αλλά και στο εσωτερικό αυτού του οχυρού μπορείς να προκαλέσεις ρήγματα ανάμεσα στα στίφη των υπερασπιστών του, χωρίζοντας αυτούς τους τελευταίους σε Καινούργια Βιβλία Των οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Δεν Είναι Νέα (για σένα, βέβαια, ισχύει μονάχα το διαζευκτικό ή) και σε Καινούργια Βιβλία Των Οποίων Ο Συγγραφέας Ή Το Θέμα Είναι Εντελώς Άγνωστα (τουλάχιστο σε σένα), και να προσδιορίσεις ακριβώς την έλξη που αυτά εξασκούν πάνω σου, στη βάση των επιθυμιών σου και των αναγκών σου για το καινούριο και για το όχι καινούριο (για το καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο όχι καινούριο και για το όχι καινούριο που ψάχνεις να βρεις στο καινούριο).]

Παρασκευή, 19 Αυγούστου 2016

ΔΙΑΝΥΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ, ΧΑΜΕΝΟΙ ΜΕΣ ΤΟΝ ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ:

Πάντα ζήλευα τους ανθρώπους που γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν στον ίδιο τόπο, στο ίδιο σπίτι, στην ίδια οδό, χωρίς να μετακινηθούν ποτέ, ούτε κατά έναν αριθμό, προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Είναι οι άνθρωποι που ποτέ δεν χρησιμοποίησαν τη φράση: «Όταν έμενα στην οδό τάδε…», είναι αυτοί που ποτέ δεν τους έχασαν οι φίλοι, οι δικοί τους ή οι διάφορες  δημόσιες υπηρεσίες. Ποτέ επιστολές που απευθύνονταν προς αυτούς δεν επεστράφησαν στον αποστολέα με την ένδειξη «Αγνώστου Διευθύνσεως», γιατί ήταν πάντα εκεί, αμετακίνητοι, πιστοί στην ιδιότητα του παραλήπτη. Είναι οι άνθρωποι που λένε, με κάποιο κρυφό καμάρι: «Αυτό είναι το πατρικό μου σπίτι»… Εγώ, ελλείψει πατρικού σπιτιού και βιοτικής σταθερότητος, έγινα συλλογέας διευθύνσεων. Στα συρτάρια της μνήμης μου συνωστίζεται ένα πλήθος από οδούς και λεωφόρους, rues και  avenues, strassen και lanen, streets και avenues, vie και viali, calles και avenidas…   [Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ μια από τις τρελές ιστορίες του Αργύρη Χιόνη, από το βιβλίο του ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑ ΦΡΕΝΑΣ, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ 2016 – ART by RANLINDE and Frederico Hurtatdo]


ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ, ΠΑΛΙ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ

Όλες αυτές οι διαρκείς μετακινήσεις είχαν ως αποτέλεσμα να καταστεί ο δρόμος σύμβολο σταθερό στη ζωή μου και στην ποίησή μου, και να φτάσω κάποτε στο ακραίο σημείο να ταυτίζομαι μαζί του. Ως παράδειγμα, παραθέτω την τελευταία στροφή από το ποίημα «Διασπορά» (Σχήμα απουσίας, 1973):
Στο δρόμο, πάλι στο δρόμο,
κουβαλώντας μέσα μας το δρόμο,
οδοιπόροι και πορείες,
διανύοντας τον εαυτό μας,
χαμένοι μες τον εαυτό μας

Εν προκειμένω, δεν πρέπει να παρεξηγηθεί το πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Το ποίημα έχει γραφεί για τη δική μου σχέση με το δρόμο, αλλά οι ποιητές, αδύναμα άτομα, συχνά αναζητούν συντρόφους στην περιπέτειά τους. Η μοναξιά γίνεται έτσι λιγότερο ανυπόφορη, αφού δεν είναι δυνατό να εξαλειφθεί εντελώς.
Το ίδιο περίπου συμβαίνει και με το επόμενο μικρό πεζοποίημα, το VII από τις «Δώδεκα σπουδές» (Λεκτικά Τοπία, 1983). Εδώ, ο ποιητής, ως υποκριτής που είναι, υιοθετεί το δεύτερο ενικό πρόσωπο, θέλοντας να δείξει ότι έχει πάρει, δήθεν, τις αποστάσεις του και παρακολουθεί, σαν απλός παρατηρητής, την τραγική ταύτιση κάποιου άλλου με τον δρόμο:
Ο δρόμος ξεκίναγε από μέσα του, τον τύλιγε σφιχτά ένα γύρο σαν φίδι και ξαναγύρναγε μέσα του. Αυτός έμενε ακίνητος. Πού να πάω, έλεγε, τόσο μεγάλη απόσταση πώς να τη διανύσω, έλεγε.

Βέβαια, σε κάθε ερωτική σχέση, επέρχονται ενίοτε ρήξεις και συγκρούσεις και αμφισβητήσεις… Σε μια τέτοια λοιπόν φάση της σχέσεώς μου με τον δρόμο (αν θυμάμαι καλά, ήταν μια εποχή που νόμιζα ότι κάπου είχα ριζώσει), και χωρίς να ξέρω τι ακριβώς σκεφτόταν αυτός για μένα, προσπάθησα να τον αντιμετωπίσω ψυχρά και αντικειμενικά, φτάνοντας μέχρι του σημείου να αμφισβητήσω ακόμη και την ύπαρξη του. Έτσι προέκυψε το ποίημα Ι’ (Σαν τον τυφλό μπροστά στον καθρέφτη, 1986):
Ο δρόμος από κάπου αρχινά, κάπου τελειώνει. Όσοι τον διανύουν πάνε κάπου, ο ίδιος πουθενά δεν πάει. Όσοι τον διανύουν ξέρουν την αρχή και το τέλος του!.. Η αρχή του δρόμου δεν ξέρει το τέλος του, ποτέ  δεν έφτασε έως εκεί. Το τέλος του δρόμου δεν ξέρει την αρχή του, ποτέ δεν ξεκίνησε απ’ αυτήν.
«Παίρνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν πάρθηκε κανένας δρόμος.
«Χάνω το δρόμο», λέμε, αλλά ποτέ δεν χάθηκε κανένας δρόμος.
«Γυναίκα του δρόμου», «Παιδί του δρόμου», λέμε, αλλά ποτέ δεν είχε ούτε γυναίκα ούτε παιδί ο δρόμος.
Παράξενο αλήθεια…  Αναφερόμαστε σ’ αυτόν σαν να ’ταν κάποιο πρόσωπο ή ζώο ή πράγμα… Λες να φοβόμαστε στο βάθος ότι δεν υπάρχει δρόμος, ότι δεν υπάρχουν παρά σπίτια ή χωράφια ή δάση δεξιά κι αριστερά από μιαν έμμονη ιδέα που τη λέμε δρόμο;

Γράφοντας αυτό το ποίημα, νόμιζα ότι απομυθοποιούσα επιτέλους το δρόμο, ότι τερμάτιζα μιαν άρρωστη σχέση που μάλλον οδύνη παρά ηδονή μου ’χε προσφέρει. Φρούδες ελπίδες… Αμέτρητες φορές ξανακύλησα κι άλλες τόσες επεχείρησα εκ νέου την ίαση, για να ξανακυλήσω, μέχρι που έκοψα με το μαχαίρι τα ταξίδια κι έχτισα ένα σπίτι στο πουθενά, μακριά από πόλεις, οδούς και αριθμούς, μακριά ακόμη κι από χωριά, σ’ ένα απλό τοπίο. Μοναδική πρόσβαση στο σπίτι αυτό ένα μονοπάτι που τελειώνει στην αυλή μου, ένα αδιέξοδο. Έχω πια γλιτώσει, έχω λυτρωθεί από τη μανία της μετακίνησης, από τη σχιζοφρένεια της ταύτισής μου με το δρόμο. Ωστόσο, κάθε σοβαρή αρρώστια, ακόμη κι όταν περνάει, αφήνει πάντα κάποιο κουσούρι, όπως, ας πούμε, η βαριά  πνευμονία ένα επίμονο βηχαλάκι. Έτσι, πιάνω, πού και πού, τον εαυτό μου ν’ αναρωτιέται:
Ο δρόμος που τελειώνει σε αδιέξοδο
ονειρεύεται άραγε μακρινές αποστάσεις;

Σ’ αυτές τις δύσκολες στιγμές, ψιθυρίζω, σαν ξόρκι, τον στίχο του Γιαπωνέζου ποιητή Καμιμούρα Γιουτάκα: Μείνε ακίνητος, αφού, όπου κι αν πας, στο ίδιο μέρος θα βρεθείς ή εκείνον του δικού μας, του Ηράκλειτου: οδός άνω κάτω μία και ωυτή.

[ΠΗΓΗ: Αργύρης Χιόνης, Έχων Σώας τας Φρένας και άλλες τρελές ιστορίες, εκδόσεις ΚΙΧΛΗ, 2016-  ARTWORK: RANLINDE and Frederico Hurtatdo]



Τρίτη, 16 Αυγούστου 2016

ΟΝΕΙΡΑ, Η ΠΡΟΝΟΜΙΟΥΧΟΣ ΧΩΡΑ ΤΗΣ ΑΜΑΡΤΙΑΣ, ΟΠΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΟΥΝΤΑΙ ΟΙ ΕΠΙΘΥΜΙΕΣ (εκείνες που ποτέ δεν ικανοποιούνται):

Τη νύχτα ανασυνθέτεις τον εαυτό σου, παλεύεις με τα φαντάσματά σου, βουλιάζεις στη άβυσσό σου, δεν ελέγχεις τίποτα, είσαι αδύναμος και μόνος -εσύ και η μοναξιά σου. Βρίσκεσαι κοντά στον θάνατο, μόνο που δεν το συνειδητοποιείς, βρίσκεσαι σε έναν άλλο κόσμο, όπου οι επιθυμίες σου βγαίνουν στον αφρό και όπου τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά σου, φανερώνονται… Οι νυχτερινές ώρες. Ύπνος και ξαγρύπνια. Ύπνος με όνειρα όπου προβάλλει το υποσυνείδητο, όνειρα που παγιδεύουν, ξαφνιάζουν, πανικοβάλλουν. Όνειρα που «κυκλοφορούν» ανεξέλεγκτα. Ξαγρύπνια που βασανίζει, φέρνει σκέψεις, κρίσεις πανικού, αλλά και σουρεαλιστικές καταστάσεις στην κατάσταση μεταξύ ύπνου και ξύπνιου όταν αντί να «μετράς προβατάκια», μπορεί τα “προβατάκια” να μετράνε εσένα. «Μια κραυγή μπαίνει από το παράθυρο. Αν την αφήσω να βγει, θα με ξαναενοχλήσει. Κατεβάζω βιαστικά τα ρολά και διαπραγματεύομαι μαζί της. Της προτείνω να κραυγάζει ελεύθερα εκτός των ωρών κοινής ησυχίας. Εκείνη δείχνεται ολιγαρκής Εγώ γενναιόδωρη. Ωστόσο η συμβίωσή μας αποδεικνύεται αδύνατη. Τελικά, το να κοιμάσαι κάθε βράδυ με μια καταπιεσμένη κραυγή είναι σωστός πονοκέφαλος» [Ana Maria Shua -ΑΝΑ ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΑ, η βασίλισσα του μικροδιηγήματος 250 μικροδιήγηματα, γεμάτα χιούμορ και φαντασία, σουρεαλιστική διάθεση, που φλερτάρουν με τη λογοτεχνία του Φανταστικού. Μονόλογοι μιας γυναίκας που ονειρεύεται ή που δεν μπορεί να κοιμηθεί. Μικρές τηλεγραφικές ιστορίες της νύχτας ενός ανθρώπου που παγιδεύεται μέσα στα όνειρα του και γράφει π.χ. για έναν άνδρα ο οποίος ονειρεύεται έναν άλλο άνδρα. Αυτός με τη σειρά του αποτελεί το όνειρο ενός τρίτου, που ίσως να είναι ο ίδιος ο συγγραφέας. Μπροστά στην ευθύνη του ονειρευτή, ο συγγραφέας μοιάζει να αποθυμεί την τελική αθωότητα του ήρωα!... Ιστορίες που ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ υπό την μουσική υπόκρουση του Suenos του τιτάνα Astor Piazzolla ART by ZWOLAK temawork]



ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΜΕ ΝΕΡΑΪΔΕΣ
Τα μικρά παιδιά αποκοιμιούνται ακούγοντας παραμύθια για νεράιδες. Οι μεγάλοι αποκοιμιούνται βλέποντας τηλεόραση. Έτσι λοιπόν, οι άνθρωποι θεωρούν ότι αφήνοντας μια ιστορία στη μέση πριν κοιμηθούν, εξασφαλίζουν το ξύπνημα. Τόσο τυφλά εμπιστεύονται τη φιλοπεριέργεια του θανάτου.

ΠΕΡΙΜΕΝΩ ΣΕ ΛΑΘΟΣ ΟΝΕΙΡΟ
Στην ουρά, ο κόσμος εξαγριώνεται. Κάποιοι καταφέρονται εναντίον της κυβέρνησης και άλλοι της ακυβερνησίας. Στον γκισέ ο υπάλληλος, ατάραχος. Μα αυτός ο άνθρωπος κοιμάται, εξάπτεται ένας καραφλός κύριος μπροστά μου. Όχι, κύριε, αυτοί που κοιμούνται είμαστε εμείς, του εξηγεί μια κυρία όσο πιο χαμηλόφωνα μπορεί (όποιος ξυπνάει χάνει τη σειρά του). Ώρες αργότερα, δίνω το όνομά μου στον γκισέ, μόνο και μόνο για να διαπιστώσω ότι περιμένω σε λάθος όνειρο…

Η ΤΡΙΣΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΗ ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΡΑΒΙΝΟΥ:
Πολλοί Καβαλιστές κατείχαν τη γνώση για να φτιάξουν ένα Γκόλεμ, λίγοι όμως μπορούσαν να κάνουν το Γκόλεμ να τους υπακούσει. Λέγεται πως ένα ανυπότακτο Γκόλεμ, το οποίο είχε δημιουργήσει ένας ραβίνος κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσή του, εκμεταλλεύτηκε τούτη τη φανερή ομοιότητα παίρνοντας τη θέση του Δημιουργού του. Η ιστορία αυτή, αν και πέρα για πέρα αληθινή, είναι παντελώς άγνωστη, μιας και ουδείς αντιλήφθηκε τη διαφορά εκτός φυσικά από την τρισευτυχισμένη γυναίκα του ραβίνου, η οποία αποφάσισε να αποσιωπήσει το γεγονός
 ΦΙΛΑ ΤΟ ΒΑΤΡΑΧΟ ΣΟΥ
Αυτό είναι το παραμύθι για έναν πρίγκιπα μεταμορφωμένο σε βάτραχο που ξανάγινε πρίγκιπας χάρη στο φιλί μιας πριγκίπισσας με την οποία παντρεύεται μόνο και μόνο για να ανακαλύψει ότι αυτή – αχ, αυτές οι γλυκές εκπλήξεις της συζυγικής ζωής! – έχει την παράξενη συνήθεια να πιάνει μύγες με την μακριά της γλώσσα, ή το παραμύθι για ένα βάτραχο μεταμορφωμένο σε πριγκίπισσα που ξανάγινε βάτραχος, αφού την εγκατέλειψε ένας άπονος πρίγκιπας, όλα εξαρτώνται σε τελευταία ανάλυση από την πλευρά που βλέπει κανείς τα πράγματα…

ΕΝΑΣ ΘΑΝΑΤΟΣ  ΠΥΚΝΟΫΦΑΣΜΕΝΟΣ ΜΕ ΠΑΡΑΞΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ:
Ένας άντρας δέχεται επίθεση. Αντιστέκεται. Τραυματίζεται βαριά και πιάνεται αιχμάλωτος. Αυτό συμβαίνει στα όνειρά του. Για πολλές απανωτές νύχτες ο άντρας αγωνιά. Ένα βράδυ, ο θάνατος έρχεται πριν το ξύπνημα. Κατά τη διάρκεια της μέρας, ο άντρας συνεχίζει να παίζει, να εργάζεται, να ερωτεύεται, σαν να ήταν πέρα για πέρα ζωντανός, ωστόσο οι νύχτες του είναι έκτοτε κενές, αμνήμονες. Πολλά χρόνια αργότερα, ο άντρας πεθαίνει επίσης σ' αυτή την πλευρά του σύμπαντος και εισέρχεται σ' ένα θάνατο πυκνοϋφασμένο με παράξενα όνειρα.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΒΑΦΟΝΤΑΙ
Οι γυναίκες βάφονται πριν πέσει η νύχτα. Στα μάτια, στη μύτη, τα χέρια, την ιγνυακή κοιλότητα, τα δάχτυλα των ποδιών. Βάφονται με εισαγόμενα καλλυντικά, με τέμπερες, με μαρκαδόρους τσόχας. Την αυγή δεν υπάρχουν πια. Καθώς περνά η νύχτα και οι άνδρες, σιγά-σιγά σβήνουν [Άνα Μαρία Σούα, από τον τόμο ΒΓΑΛΕ ΕΝΑ ΦΥΛΟ, ανθολογία ισπανικού ερωτικού μικροδιηγήματος]

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ
«Μάινα το φλόκο» διατάζει ο καπετάνιος. «Μάινα το φλόκο»! επαναλαμβάνει ο δεύτερος. «Όρτσα δεξήνεμα» κραυγάζει ο καπετάνιος. ‘Όρτσα δεξήνεμα» επαναλαμβάνει ο δεύτερος!.. «Προσοχή το μπομπρέσο!» κραυγάζει ο καπετάνιος. «Το μπομπρέσο», επαναλαμβάνει ο δεύτερος. «Ρίξε τη μετζάνα», κραυγάζει ο καπετάνιος!.. «Τη μετζάνα», επαναλαμβάνει ο δεύτερος. Εντωμεταξύ η θύελλα δυναμώνει και οι ναύτες τρέχουνε αλλόφρονες από τη μια μεριά του καταστρώματος στην άλλη. Αν δεν βρούμε γρήγορα ένα λεξικό, θα βουλιάξουμε το δίχως άλλο.


ΑΠΟΜΙΜΗΣΕΙΣ

Αναμφίβολα δεν πρόκειται για πραγματικό οίκο και οι γκέισες δεν είναι ακριβώς γιαπωνέζες. Σε περιόδους κρίσης τις βλέπει κανείς να εργάζονται χωρίς κιμονό στο λιμάνι. Δεν ονομάζονται πια Άνθος του Λωτού και Γαλήνιο Φεγγάρι, μα ούτε Μόνικα και Βανέσα είναι το πραγματικό τους όνομα. Επομένως γιατί να σκανδαλιζόμαστε όταν δεν είναι καν γυναίκες αυτές που στον εν λόγω οίκο προσποιούνται την ηδονή κι άλλοτε την αγάπη (με περισσότερα λεφτά), εφόσον τηρούν τους κανόνες υγιεινής!.. Γιατί να σκανδαλιζόμαστε που δεν είναι καν τραβεστί, εφόσον πληρώνουν τακτικά τους φόρους τους, που δεν έχουν αφαλό εφόσον οι πελάτες δεν δυσαρεστούνται από τούτη την ανηλεή έλλειψη στις λείες  τους κοιλιές, τις τόσο απάνθρωπα λείες. 

ΤΑΤΟΥΑΖ 

Σ’ ένα απόκρυφο μέρος του σώματος, η Ιεζάβελ υπέμεινε τον πόνο ενός περίτεχνου τατουάζ. Πολλοί είναι αυτοί που πληρώνουν για να το δουν. Όσοι έχουν καταφέρει να το περιγράψουν, χάρη στα πλούτη ή την ευλυγισία τους, μιλάνε για ένα χάρτη με απαλά χρώματα, φτιαγμένα από ένα μίγμα μελανιών στο φυσικό χρώμα του δέρματος. Πάνω στο χάρτη είναι σχεδιασμένα το σημείο όπου βρίσκεται ο παρατηρητής και η διαδρομή προς την έξοδο. Βλέπε επισυναπτόμενο αρχείο:


ΠΟΙΗΤΕΣ (άδοξοι που ’ναι) ΝΑΥΑΓΟΙ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟΥ («όρθιοι και μόνοι μες την ερημία του πλήθους»)

Ναυαγός σε τούτο τον αλαργινό κόσμο, απ’ όπου ποτέ δεν περνούν και ποτέ δεν θα περάσουν τα διαστημόπλοιά μας, χαμένος πάνω σ’ αυτόν τον κόκκο σκόνης, μακριά από κάθε εμπορική ρότα του σύμπαντος, είμαι καταδικασμένος να μοιραστώ τη μύχια μοναξιά των κατοίκων του, που είναι ανίκανοι να επικοινωνήσουν μ’ άλλον τρόπο παρά μόνο με την αδέξια και αδιάγνωστη γλώσσα τους. Εγώ τη χρησιμοποιώ για να στέλνω κωδικοποιημένα μηνύματα τα οποία μόνο οι άλλοι ναυγοί μπορούν να καταλάβουν. Οι άνθρωποι τους ονομάζουν ποιητές. 


ΠΗΓΗ: : Ana Maria Shua, (ΑΝΑ ΜΑΡΙΑ ΣΟΥΑ, η βασίλισσα του μικροδιηγήματος) είναι μια από τις πιο αξιόλογες και δημοφιλείς συγγραφείς της Αργετνινής και της Λατινικής Αμερικής. Έχει εκδώσει περισσότερα από 40 βιβλία: μυθιστορήματα, διηγήματα, ποίηση, θεατρικά κ.ά. Η λογοτεχνική φόρμα στην οποία ωστόσο έχει καταξιωθεί είναι η μικρομυθοπλασία και όχι άδικα θεωρείται βασίλισσα του είδους. Το έργο της έχει κατ’ επανάληψη βραβευτεί και χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης με μεταφράσεις σ’ όλο τον κόσμο. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει η συλλογη μικροδιηγημάτων ΟΝΕΙΡΟΠΑΓΙΔΑ. Η φαντασία της Σούα είναι αστείρευτη, τα μικροδιηγήματά της, άλλοτε χιουμοριστικά κι άλλοτε πικρά, έχουν πάντα σκοπό να διεγείρουν τη σκέψη, να προκαλέσουν, να συγκινήσουν. Κάθε μικροδιήγημα είναι μια μαγική σφαίρα που μας φανερώνει θραύσματα μιας άλλης πραγματικότητας: ένας λυκάνθρωπος παίρνει κουράγιο για την επίσκεψη στον οδοντογιατρό, ένας ποιητής ναυαγεί πάνω στον πλανήτη γη, γκέισες που δεν είναι γυναίκες, τα πάντα είναι εφικτά στο συγγραφικό σύμπαν της Άνα Μαρία Σούα.   

Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2016

ΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ και (αντιστικτικά) ο ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (αφιερωμένος σ’ αυτόν):

Στο «Απομεσήμερο ενός Φαύνου», μια από τις… τρελές ιστορίες (όπως χαρακτηρίζονται στον υπότιτλο του βιβλίου του Αργύρη Χιόνη ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ) ο αφηγητής, με παιγνιώδη και ενίοτε παρωδιακή διάθεση, θέλοντας να σατιρίσει το παράλογο της ύπαρξης και την ασάφεια των ορίων μεταξύ τρέλας και λογικής, αναφέρεται στο φόβο του επερχόμενου γήρατος και στην οδυνηρή παραδοχή της απώλειας της λίμπιντο εκ μέρους του αφηγητή τη στιγμή που επιτείνεται από τη σύγκριση «του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος» της νεαρής ερωμένης του. Πίσω από τον απλό μύθο προβάλλει ένα πυκνά υφασμένο δίχτυ αναφορών, οι οποίες αναδεικνύουν την αρχετυπικότητα του θέματος. Εκτός από τις ρητές αναφορές στον Μαλλαρμέ, τον Ντεμπυσσυ και το μεσαιωνικό, θαυμάσια «μετατονισμένο», ποίημα «Συζυγική ζωή», υπάρχουν και κάποιες λιγότερο εμφανείς. Για παράδειγμα, η στάση του αφηγητή που «ξύπνιος και γερμένος στο πλάι» περιεργάζεται το κορμί της νεαρής κοπέλας ανακαλεί τον εικονογραφικό τύπο του Σατύρου, που, γερμένος στο πλάι, κοιτάζει με λαγνεία την κοιμωμένη Αφροδίτη ή νύμφη. Παρόμοια στάση παίρνει και ο γέρος σύζυγος στο ιδιαιτέρως ποιητικό απόσπασμα από τη «Συζυγική ζωή»… Η παρουσία, στο τέλος του αφηγήματος της γνωστής επωδού «Ποτέ –ποτέ πια» από Το Κοράκι του Ε.Α. Πόε λειτουργεί αντιστικτικά προς το θέμα της γεροντικής λαγνείας… Το ίδιο θέμα αλλά ιδωμένο από την πλευρά της νεαρής κοπέλας διαπραγματεύεται με το δικό της ξεχωριστό τρόπο στην ιστορία της με τίτλο ΞΕΝΙΣΤΗΣ (αφιερωμένο Στο απομεσήμερο ενός Φαύνου του Αργύρη Χιόνη)  


πρώτη ιστορία: ΠΡΕΛΟΥΔΙΟ ΣΤΟ ΑΠΟΜΕΣΗΜΕΡΟ ΕΝΟΣ ΦΑΥΝΟΥ του Αργύρη Χιόνη:  

Αυτή μόλις είχε κλείσει τα είκοσι τρία, αυτός πλησίαζε τα εξήντα. Αυτή είχε μόλις εκδώσει την πρώτη ποιητική συλλογή της, αλλά ανυπομονούσε ήδη για αναγνώριση, για καταξίωση. Αυτός, αφού είχε φτύσει αίμα και περάσει δια πυρός και σιδήρου, εθεωρείτο πλέον καταξιωμένος ποιητής και κριτικός.

Ήταν ένα ζεστό απομεσήμερο του Ιουλίου και ήσαν ξαπλωμένοι, ολόγυμνοι, επάνω στο κρεβάτι του. Πριν από λίγο, είχανε κάνει έρωτα, αυτή με βαθιούς στεναγμούς και πνιχτές καρυαγές «ηδονής», αυτός με ιδρώτα και άγχος για τη λειψή στύση του.

Αυτή είχε αποκοιμηθεί, αυτός, ξύπνιος και γερμένος στο πλάι, ρπος το μέρος της, άκουγε την ήσυχη, αμέριμνη ανάσα και περιεργαζόταν το κορμί της. Ο ύπνος την είχε κερδίσει σε ύπτια στάση, αλλά τα στήθη της δεν κρέμονταν δεξιά και αριστερά. Σφιχτά σαν λεμόνια, σημάδευαν με ρώγες όρθιες το ταβάνι. Τα μπράτσα ήσαν αλαβάστρινα, στομάχι και κοιλιά καμπύλωναν προς τα μέσα, χωρίς ωστόσο να εκθέτουν τα παϊδια του υπερκείμενου θώρακα. Το τρίχωμα του εφηβαίου κατάμαυρο, πυκνοϋφασμένο βελούδο, οι μηροί, κρουστοί, δεν ξεχέιλωναν πάνω στο στρώμα, το ίδιο και οι γάμπες. Τα γόνατα διακριτά και τέλεια σμιλευμένα. Όσο για τα πόδια –αχ, τα πόδια!- δυο κομψοτεχνήματα, με λεπτουργημένους αστραγάλους, τέλεια του πέλματος καμπύλη και ακροδάχτυλα σαν ρόδινες, στριφτές καραμελίτσες που σου ’ρχονταν να τις γλείφεις μέχρι να λίωσουν μες στο στόμα σου.

Απ’ τα δροσάτα πόδια της, στα μαραμένα τα δικά του πέρασε το βλέμμα του και, από κει, στις αχαμνές του γάμπες ανηφόρισε, στ’ αρθριτικά του γόνατα και στους σακουλιασμένους του μηρούς. Στο σμίξιμό τους, αντίκρισε, με δέος, τα τζούφια αρχίδια του, σταφανωμένα από γκρίζες γουρονότριχες, και λίγο πιο ψηλά, τη χαλαρή κοιλιά που, όπως ήτανε γερτός στο πλάι, πάνω στο στρώμα είχε κυλήσει. Μίσος και αηδία τον κατέλαβε για το παρηκμασμένο του κορμί. Η σύγκριση του οικείου χειμώνος με το παρακείμενο θαλερό θέρος τον τζάκιζε και, αφού ο ύπνος δεν έστεργε, ως παρατηρητήε, τα μάτια να του κλείσει, το χέρι άπλωσε κι απ’ τη βιβλιοθήκη πλάι στο κρεβάτι, ένα βιβλίο ανέσυρε, στην τύχη και στην τύχη (τι φρικτή, Θεέ μου τύχη!) στην εβδομηκοστή ένατη σελίδα το άνοιξε σελίδα κι άρχισε να διαβάζει: 

«Πάει κιόλας χρόνος από τότε που ο Φαρίντ πήρα τη Νάαμα γυναίκα, και κάθε πρωινό το αντρόγυνο κάτω απ’ τις αλέες τριγυρνά, που οι φυλλωσιές τους το ξανάνιωμα του έρωτα θροϊζουν.
Όμως εκείνοι προχωρούν, ο ένας πλάι στον άλλο, αργά-αργά, λες και ξεπροβοδίζουνε νεκρό στο μνήμα, λες και τη μουσική δεν αγρικούν των δένδρων, δίχως να λεν μια λέξη, δίχως ούτ’ ένα βλέμμα ν’ ανταλλάζουν.
Μέρα τη μέρα, της Νάαμας τα μάτια βαθουλώνουν, χλωμιάζουνε τα μάγουλά της.
Κι εγώ φαντάζομαι με πόση ηδονή θα αφουγκράζεται, μες τη σιωπή της νύχτας, πλαγιασμένη πλάι στον Φαρίντ, ολόγυμνη, το αργό, μα σταθερό έργο του θανάτου στου γέροντα το σώμα, το τρίξιμο το σιγανό που κάνουν οι κλειδώσεις του, καθώς μία προς μία, τις θρυμματίζει ο χρόνος, το αδιάκοπο της ύπαρξής του ξεχαρβάλωμα.
Όμως, το γλυκοχάραμα, όταν την παίρνει ο ύπνος, εκείνος γέρνει απάνω απ’ το κεφάλι της ομορφονιάς και, σαν θεριό που το μυαλό της λείας του ρουφά, τα χαρωπά της όνειρα ταράζει…»

Του ήρθε σκοτοδίνη, του ήρθε να σκοτώσει άνθρωπο. Σκότωσε μόνο ένα κουνούπι που’χε την ατυχία πάνω στην επίμαχη σελίδα να προσγειωθεί, την ίδια ακριβώς στιγμή που έκλεινε με πάταγο και καταγής πετούσε το βιβλίο.

Το λαχταριστό στο πλάι του κορμί λαχτάρισε, σήκωσε το κεφάλι από το μαξιλάρι και τρομαγμενο, ρώτησε: «Τι έγινε, αγάπη μου, τι έπαθες;» Τότε, αυτός την άρπαξε από τα μαλλιά, τα υπέροχα μεταξωτά μαλλιά της, και δυο απανωτά της έριξε σκαμπίλια, φωνάζοντας: «Μα πώς τολμάς, μα πώς τολμάς να είσαι τόσο νέα, τόσο ωραία;!». Ύστερα, πριν προλάβει ν’ αρθρώσει λέξη, φόρεσε ένα πανταλόνι, ένα πουκάμισο κι ένα ζευγάρι εσπαντρίλιες και πήρε τους δρόμους, να την αφήσει μόνη, να μην τη δει να φεύγει, να τον αφήσει, επιτέλους, μόνο.

Επέστρεψε μετά από μια ώρα. Το σπίτι ήταν άδειο. Ο Παίκτης Δίσκων Συμπαγών έπαιζε ακόμη το ψ. Πάντα στην επανάληψη το έβαζε εκείνο το κομμάτι, κάθε φορά που έκανε έρωτα. Ενίσχυε την ελλειπή του στύση, την έκανε πιο συμπαγή. Έτσι νόμιζε. Τώρα, ωστόσο, πλησίασε τη συσκευή και, μουρμουρίζοντας με κάποια θλίψη, είναι αλήθεια, αλλά με πιο πολλή ανακούφιση, «Ποτέ –ποτέ πια», την έκλεισε.


δεύτερη ιστορία: ΞΕΝΙΣΤΗΣ της Άννας Αφεντουλίδου (στον Αργύρη Χιόνη για το Απομεσήμερο ενός Φαύνου)

  
Ήταν η ενσάρκωση του αναγεννησιακού ιδανικού του Καθολικού Ανθρώπου. Τόσες γνώσεις, σε τόσα θέματα! Και τι ρητορική ικανότητα! με εκείνη την αξιοζήλευτη άρθρωση που λιαίνει τα σύμφωνα και στρογγυλεύει τα φωνήεντα! Αλλά και Δάσκαλος, πάντα πρόθυμος να μεταλαμπαδεύσει στους νέους ανθρώπους τις γνώσεις του. Και όχι μόνον αυτό! Ήταν επιπλέον η ενσάρκωση και του αρχαίου πνεύματος της φιλοξενίας. Συνεχώς φιλοξενούσε στο αρχοντικό του κάποιαν νέα από την επαρχία που δεν είχε πού να μείνει, για να μπορέσει να επωφεληθεί τόσο από τις πολύτιμες διαλέξεις, που συχνά πυκνά έδινε σε κάποιο Πανεπιστημιακό Ίδρυμα, όσο και από τις ανιδιοτελείς υψηλές γνωριμίες του

Είχε λοιπόν προσκαλέσει με μεγαθυμία και εμαυτήν, αμέσως μόλις του έστειλα το Βιογραφικό μου και μιαν ολόσωμη φωτογραφία, όπου ανέπτυσσα όλα τα πνευματικά μου ενδιαφέροντα… Σίγουρα ένας προστατευόμενος των Μουσών και του Ξενίου Διός! Ίσως γι’ αυτό του πήγαιναν όλα δεξιά και όχι γιατί ανένηψε της αριστεράς ιδεολογίας, όπως υπαινίσσονταν κάποιοι άσπονδοι φίλοι.
- Ζήλια! Καθαρή ζήλια, φιλτάτη μου κορασίς! έλεγε κι εγώ παρακολουθούσα καθηλωμένη τα δαχτυλίδια του καπνού, που συντρόφευαν τις λέξεις του, να πλαισιώνουν τα λευκά του μαλλιά… ενώ εκείνος με μεγαλοψυχία χάιδευε πατρικά τους στρογγυλούς μου ώμους, την απαλή σάρκα του λεπτού μου λαιμού…

Διήγον την τρίτην ημέραν φιλοξενούμενη στο αρχοντικό του. Με είχε περιηγήσει σε όλες τις αναρίθμητες κάμαρες, όπου φυλάσσονταν πολυάριθμοι πίνακες και γλυπτά, επεξηγώντας επί ώρες τα πώς και τα γιατί της αμύθητης καλλιτεχνικής τους αξίας και αφήνοντάς με άφωνη με την ευρυμάθεια και την εμβρίθειά του. Μου είχε δείξει με άπειρη προσοχή κι ευλάβεια όλα τα οικογενειακά κειμήλια, τόσο του ιδίου όσο και της συζύγου του, μεταδίδοντάς μου την συγκίνησή του καθώς διέκρινα δάκρυα να λαμπυρίζουν στις ρυτιδιασμένες άκρες των κάπως θολών του ματιών. Κατόπιν μου επέτρεψε με γενναιοδωρία να αγγίξω σαγηνευμένη το χέρι του, ενόσω με έσφιγγε με οδύνη πάνω του, ώσπου να ασφυκτιά το πλούσιο στήθος μου με πόνο…

Εκείνο το βράδυ, μετά το ασκητικό μας δείπνο, χαρακτηριστικό των ανθρώπων με αριστοκρατικές καταβολές, λόγω της Παιδείας τους βεβαίως και ουχί των προγόνων, με οδήγησε στο μόνο δωμάτιο, όπου δεν μου είχε επιτρέψει έως τότε να μπω, στο Άδυτο των Αδύτων, στο Γραφείο του. Βαρύτιμοι δερματόδετοι τόμοι γεμάτοι με τη σοφία αιώνων ανθρώπινου πολιτισμού κάλυπταν τους πανύψηλους τοίχους απ’ άκρη σ’ άκρη. Είχα μείνει εκστατική. Με άφησε να ξεφυλλίσω με τρεμάμενα από το δέος χέρια κάποιους τόμους της αρεσκείας μου, ωσότου εκείνος έψαχνε στη μεγάλη σύγχρονη βιβλιοθήκη του Διαδικτύου∙ με την άκρη του ματιού μου διέκρινα τη σκυμμένη του φιγούρα μπροστά στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, το μοναδικό δείγμα του τεχνολογικού πολιτισμού του τελευταίου αιώνα, ο οποίος δέσποζε πάνω στο δρύινο έπιπλο στο κέντρο του δωματίου. Διάβαζα και κρατούσα σημειώσεις χαϊδεύοντας αφηρημένη την δεξιά μου γάμπα με το αριστερό μου χέρι… ανεβάζοντάς το ανεπαισθήτως εκεί ψηλά στην κρυφή κόχη των ιδρωμένων μου μηρών…

-Για την προσφιλήν μου απασχόλησιν, όπως διευκρίνισε ο ίδιος δείχνοντάς μου, μισολαχανιασμένος, την φωτισμένη οθόνη… στο λιγοστό χρόνο των διαλειμμάτων από την επίπονη μελέτη, στη μόνη ξεκούραση που επεφύλασσε εις εαυτόν.
Έπειτα από αρκετή ώρα με κάλεσε κοντά του.
-Πώς σας φαίνεται αυτό, αγαπητή μου; Με ρώτησε βαριανασαίνοντας, καθώς μού έδειχνε συμπλέγματα αντρών και γυναικών σε ανόσιες στάσεις.

Έχω δει και καλύτερα, σκέφτηκα αλλά έδιωξα μετά βδελυγμίας την ασεβή σκέψη και προσπάθησα να εντρυφήσω στις εικόνες που εναλλάσσονταν με ταχύτητα μπροστά στα μάτια μου, επιδιώκοντας το βαθύτερο φιλοσοφικό υπόστρωμα αυτών των αναζητήσεων, ούσα βεβαία πως επρόκειτο για κάτι ασύλληπτο για την ανολοκλήρωτόν μου παιδείαν, εξ ου και η φριχτή βαριεστιμάρα μου την ιερή εκείνη ώρα.

Μόλις ένιωσα το χέρι του που χάιδευε στοργικά τα μακριά μου μαλλιά να σπρώχνει το κεφάλι μου στο σκοτεινό άνοιγμα του παντελονιού του κατελήφθην από την ιδέα πως ο σοφός μου γέρος δεν ήταν παρά ένας φτωχός άντρας, τον οποίο η ταπεινή γυναικεία μου φύσις ποτέ δεν θα μπορούσε να καταλάβει ή να αποδεχθεί.
Γιατί, ακόμη και μετά από την πολυήμερη κοπιαστική μου μύηση στα Άδυτα της ανθρώπινης γνώσης, εγώ εξακολουθούσα να προτιμώ τη μικρή Νεράιδα… με την μορφή της νεαράς οικιακής βοηθού, με την οποία στριμωχνόμασταν στο μικρό κουζινάκι, για να εφαρμόσουμε εμπράκτως την επισωρευομένη μόρφωσιν του Διαδικτύου, τα μεσημέρια της παραμονής μου στο επιβλητικό εκείνο αρχοντικό… σιχτιρίζοντας ομού κι αυτόν και την αλαζονική σοφία του και το ανόητο σινάφι του.

Κυριακή, 31 Ιουλίου 2016

Το ΔΟΥΡΕΙΟΝ ΘΗΛΥ (που όχι μόνο ξύλινο δεν ήταν, αλλά με σάρκα ρόδινη, βελούδινη, κρουστή ένα βασίλειο μόνη της εκπορθεί)

Η αγάπη κάστρα καταλεί, μπεντένια ρίχνει κάτου και παλικάρια του σπαθιού τα ρίχνει του θανάτου (Αγνώστου)


Ήτανε κάποτε δύο βασιλιάδες που βασίλευαν σε όμορα βασίλεια και, όπως συνήθως συμβαίνει σ’ αυτές τις περιπτώσεις, ήθελαν και οι δυο να καταργήσουν τα μεταξύ τους σύνορα, όχι για να συμβασιλέψουν σε ένα μεγαλύτερο βασίλειο, αλλά για να γίνει ο ένας από τους δύο, αφού θα εξολόθρευε τον άλλον , μεγαλύτερος βασιλιάς μεγαλύτερου βασιλείου.

Επόμενο ήταν λοιπόν να βρίσκονται, σχεδόν διαρκώς, σε εμπόλεμη κατάσταση και να διεξάγουν μάχες, που ωστόσο έληγαν πάντα με ισοπαλία, καθότι, καθώς φαίνεται, οι δυο στρατοί τους ήταν ισοδύναμοι. Λέω «σχεδόν διαρκώς» γιατί υπήρχαν και κάποιες περίοδοι ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης, όταν αμοιβαίως εξαντλούνταν οι οικονομικοί πόροι και το ανθρώπινο δυναμικό, δηλαδή όταν δεν υπήρχαν πλέον θησαυροί στα θησαυροφυλάκια και στρατιώτες στους στρατώνες των δύο αυτών επιφανών και φιλόδοξων βασιλέων.

Εδώ ωστόσο πρέπει να κάνω μια παρένθεση, για να πληροφορήσω τους αναγνώστες (πράγμα που έπρεπε να είχε γίνει από την αρχή) ότι τα δύο εν λόγω βασίλεια βρίσκονταν στην έξω και μακριά από εμάς εσπερία και στην ακόμη εξώτερη Νήσο Αλβιόνα, άκουγαν δε, το ένα στο όνομα Horn και το άλλο στο όνομα Corn.
Η πληροφορία δόθηκε, η παρένθεση έκλεισε, η ιστορία συνεχίζεται.

Σε μια λοιπόν από αυτές τις περιόδους ανακωχής ή, αν θέλετε, ειρήνης ο επιφορτισμένος με τη στρατολόγηση παλλακίδων αυλικός, κόμης Pander, περιπλανώμενος, εν υπηρεσία, με την ακολουθία του, στην κομητεία της Χορνουάλης, έπεσε πάνω σε μια χωριατοπούλα εκπάγλου ωραιότητος, που, με ανασκουμπωμένα μανίκια, μεσοφόρια και φουστάνια, έπλενε μ’ έναν κόπανο στην όχθη ενός ποταμού, ξεμπράτσωτη, γυμνοπόδαρη και ξαναμμένη, σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια. Το όνομα αυτής Mayflower 
Σκουτιά, βελέντζες και κιλίμια τα πήρε ο ποταμός και την ωραία κόρη Mayflower την πήρε ο κόμης Pander, δώρο για να την πάει στον αφέντη του, τον βασιλιά του Horn, που, όταν τη ρίξανε στα πόδια του, ημίγυμνη, έχασε το μυαλό του απ' τα κάλλη της. Δεν το ’χασε ωστόσο εντελώς, γιατί ήταν πονηρός κι αμέσως είδε ότι στα χέρια του είχε, επιτέ¬λους, το όπλο που θ' αφάνιζε τον μισητό εχθρό του, τον βασιλιά του Corn. Χωρίς λοιπόν ούτε στιγμή να χάσει, φώναξε τις κυρίες των τιμών και τους παρέδωσε αυτό το αγριολούλουδο, με τη ρητή εντολή να το μεταμορφώσουνε σε τζοβαϊρι, άξιο να στολίζει στέμμα εστεμμένου. Δήλωσε δε, μαγαλοφώνως, ότι αυτή θα ήταν στο εξής, η ευνοούμενή του και όποιος ή όποια (και τόνισε ιδιαίτερα αυτό το όποια, γιατί στων θηλυκών τα μάτια είδε να λάμπει κιόλας του φθόνου η φλόγα) επιχειρούσε να πειράξει έστω και μια τρίχα της κεφαλής της, έστω και το πιο μικρό νυχάκι του πιο μικρού δαχτύλου των ποδιών της, θα αντιμετώπιζε την μήνιν της μεγαλειότητος του και την εσχάτη των ποινών.

Ωσάν βρεγμένες γάτες απεχώρησαν, πισωπατώντας, οι κυρίες των τιμών κι οδήγησαν στα ιδιαίτερα διαμερίσματά της την καινούργια του στέμματος ευνοούμενη.
Την άλλη κιόλας μέρα, άρχισε η μεταμόρφωσή της από αγριολούλουδο σε τζοβαΐρι, άρχισε δηλαδή η διαπαιδαγώγησή της και, επειδή δεν ήταν μόνο πανωραία αλλά και πανέξυπνη, μέσα σ’ ένα χρόνο μόνο έμαθε να μιλά και να συμπεριφέρεται σαν γεννημένη σε παλάτι, να παίζει μαντολίνο, να άδει μαδριγάλια και, πάνω σε καμβά, περίτεχνα, πουλιά, λουλούδια κι ελάφια να κεντά με σταυροβελονιά. Διδάχτηκε επίσης κι αφομοίωσε (πράγμα πολύ σημαντικό για τους απώτερους σκοπούς του βασιλιά) την τοπική διάλεκτο του Corn.

Ολόκληρο το διάστημα αυτό, επί τριακόσιες δηλαδή εξήντα πέντε νύχτες μόνο μ’ αυτήν κοιμότανε ο βασιλιάς και, την τριακοσιοστή εξηκοστή και έκτη μέρα μάτωσε η καρδιά του όταν, εις ένδειξιν φιλίας και καλών προθέσεων, την έστειλε πεσκέσι στον βασιλιά του Corn. Έτσι 'ναι, βλέπετε, οι βασιλιάδες πάντοτε βάζουν το κοινό συμφέρον πά¬νω απ' την προσωπική τους ευτυχία.

Ο βασιλιάς του Corn, σαν είδε το θεσπέσιο θηλυκό, ένιωσε να του λύνονται τα γόνατα και την καρδιά του σαν τρελή να πεταρίζει. Ο ακαριαίος έρωτας τόσο πολύ τον τύφλωσε, ώστε ούτε στιγμή δεν πέρασε από το κεραυνόπληκτο μυαλό του η σκέψη ότι οι προθέσεις του αντιπάλου του μπορεί να μην ήταν τόσο καθαρές. Δεν ήξερε, ο άμοιρος, δεν είχε ως τότε μάθει πως η μεγάλη ομορφιά χέρι με χέρι με το θάνατο βαδίζει. Έτσι, ανυποψίαστος, άνοιξε και στους δυο την αγκαλιά του.  

Λόγια πολλά για να μη λέμε και χρόνο να μη κλέβουμε από την αιωνιότητα, μόλις η Mayflower διάβηκε σαν αερικό του παλατιού την πύλη, άλλαξε η τάξη των πραγμάτων κι ήρθαν τα πάνω κάτω στο βασίλειο του Corn. Ο βασιλιάς έπαψε να ασχολείται με τη διακυβέρνηση της χώρας κι άλλο δεν έκανε παρά να διοργανώνει γλέντια, τσιμπούσια και χορούς για χάρη της χαράς του, για της καρδιάς του την καρδιά, όπως ονόμαζε τη νέα ερωμένη του. Στο μεταξύ, αφού τόσο οι στρατηγοί όσο και οι λοιποί αξιωματικοί παίρνανε μέρος στα όργια, εγκατέλειπαν οι φρουροί τα πόστα τους και τα στρατόπεδα οι φαντάροι, σκότωναν οι αγρότες τους φοροεισπράκτορες και οι ληστές σκότωναν τους αγρότες κι άδειαζαν τα κελάρια τους. Όπως καταλαβαίνετε, σύντομα, πολύ σύντομα, είχανε γκρεμιστεί οι τέσσερις πυλώνες που στηρίζουνε συνήθως μια ευνομούμενη κοινωνία: ησυχία τάξη, ασφάλεια και οικονομία.

Ο βασιλιάς του Horn, σαν έμαθε από τους κατασκόπους του, που είχε στείλει επιτόπου, ότι το αχλάδι ήταν έτοιμο να σωριαστεί, με ένα «Αχ!», στο χώμα, εισέβαλε, με έναν μόνο λόχο, στο βασέιλιο του Corn κι έφτασε, δίχως ν’ ανοίξει ούτε ρουθούνι, ως τα ανάκτορα.

Είχε μόλις αρχίσει να χαράζει και, καθώς τις πόρτες τις ξεμπάρωτες άνοιγαν οι στρατιώτες, αντίκρισε ο βασιλιάς στου θρόνου την τεράστια σάλα πάνω σε πάγκους, σε ανάκλιντρα και σε τραπέζια, αλλά και καταγής, κορμιά ανδρών και γυναικών, γυμνά και ημίγυμνα, ατάκτως απ’ τη μέθη και τον ύπνο ερριμένα. Ο χώρος όλος έζεχνε κρασίλα, ξερατά, σπέρμα…

Πήρε μαζί του δυο ακολούθους και, δρασκελώντας τα ημιθανή κορμιά, για το βασιλικό τράβηξε κοιτώνα. Σαν έφτασε εκεί, άφησε έξω, ως φρουρούς, τους άνδρες του, μπήκε αθόρυβα μες το δωμάτιο, αθόρυβα έκλεισε την πόρτα πίσω του και αθόρυβα πλησίασε την κλίνη όπου, ντυμένοι μόνο με τη γύμνια τους, κείτονταν ο βασιλιάς του Corn  και η ωραία Mayflower. Δίχως κανένα δισταγμό, χωρίς να πει ούτε μια λέξη, σαν έτοιμος από καιρό, σήκωσε το σπαθί το φονικό και, κατεβάζοντάς το με ορμή πάνω στου κοιμισμένου εχθρού του το λαιμό, αξύπνητο τον έστειλε στον Άδη.

Από το γδούπο που ’κανε η κομμένη κεφαλή, καθώς στο δάπεδο έπεφτε, ξύπνησε αλαφιασμένη η καλλονή. Δεν κράτησε πολύ ωστόσο η ταραχή της… Όταν κατάλαβε τι είχε γίνει, χαμογέλασε, μ’ εκείνο το χαμόγελο που ’λυνε γόνατα και είπε: «Τα καταφέραμε, αγάπη μου, έτσι δεν είναι; Έκανα ό,τι μου ’πες και τα καταφέραμε, έτσι δεν είναι;»

«Ναι , έτσι ακριβώς, αλλά είσαι πόρνη, κεράτωσες το βασιλιά σου, εμένα, το βασιλιά του Horncorn!» της αποκρίθηκε αυτός και ξανασήκωσε το αμείλικτο σπαθί του.

 [«Το Δούρειον Θήλυ» από τη συλλογή διηγημάτων του Αργύρη Χιόνη ΕΧΩΝ ΣΩΑΣ ΤΑΣ ΦΡΕΝΑΣ και άλλες τρελές ιστορίες, εκδ. Κίχλη με τίτλο «Έχων σώας τας φρένας και άλλες τρελές ιστορίες» - ART by ZANCAN Cinnamon Breath]